Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

H ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ που παραμένει σεμινάριο προπαγάνδας Το Ράιχσταγκ στις φλόγες, το προοίμιο της χιτλερικής δικτατορίας, και τι μπορεί να μας διδάξει για τις πρακτικές των εξτρεμιστών



Υπάρχει ένα μυστήριο, ένα σχεδόν μυστήριο, που κρατά εδώ και 8 ολόκληρες δεκαετίες: ποιος έκαψε το Ράιχσταγκ, το Κοινοβούλιο της Γερμανίας, στις 27 Φεβρουαρίου 1933;

Κι αν όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, όπου υπάρχει φωτιά είναι σίγουρο πως θα υπάρξουν και θεωρίες συνωμοσίας.

Κάτι που είναι τουλάχιστον αλήθεια για το περιστατικό που τύλιξε τη γερμανική Βουλή στις φλόγες, βυθίζοντας όχι μόνο το ναό της δημοκρατίας στην καταστροφή, αλλά και την ίδια τη δημοκρατία τελικά.

Ποιος έκαψε το γερμανικό Κοινοβούλιο παραμένει ακόμα και σήμερα αντικείμενο -νηφάλιας πια- ιστορικής διαμάχης, ποιος καρπώθηκε ωστόσο τον αντίκτυπο της πυρκαγιάς, κεφαλαιοποιώντας τη φρίκη και τον τρόμο, αυτό είναι αναντίρρητο: ο Αδόλφος Χίτλερ.

Ακόμα και αν δεν ήταν οι ναζί πίσω από την πυρκαγιά, αν και υπάρχουν καλοί λόγοι να πιστέψουμε πως ήταν, ήταν ο από μηχανής θεός για τα έκνομα πλάνα των χιτλερικών, το ίδιο το προοίμιο της κατάλυσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δηλαδή, το αρχιμήδειο σημείο της δικτατορίας που θα επέβαλε ο Χίτλερ ενορχηστρώνοντας την πλέον διαβόητη απολυταρχία της σύγχρονης εποχής.

Η «φωτιά στο Ράιχσταγκ» είναι σήμερα μια δυνατή πολιτική μεταφορά στα πέρατα του κόσμου. Κάθε φορά που πολίτες και πολιτικοί ανησυχούν για τις αυξημένες εκτελεστικές αρμοδιότητες μιας κυβέρνησης, η «φωτιά στο Ράιχσταγκ» αναλαμβάνει να προειδοποιήσει λειτουργώντας ως μια εξόχως διδακτική ιστορία για το πώς οι ακραίες ενέργειες διευκολύνουν τα σχέδια των εξτρεμιστών. Ακόμα και αν οι εξτρεμιστές είναι η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.

Ο οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, για παράδειγμα, έπρεπε απλώς να χρησιμοποιήσει τη λέξη «φωτιά» στον τίτλο ενός εμπρηστικού άρθρου του για τον Ντόναλντ Τραμπ για να ανασύρει εικόνες εθνικού χάους και πολιτικής βαρβαρότητας. Όλοι ξέρουν ότι αυτή η «φωτιά» είναι η «φωτιά στο Ράιχσταγκ».

Μόνο που τελικά η πραγματική ιστορία που γέννησε τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό είναι απείρως πιο πολύπλοκη απ’ όσο αφήνει να φανεί ένας πηχυαίος τίτλος. Και παραμένει διαχρονικό μάθημα προπαγάνδας, ένα σεμινάριο προβοκάτσιας στο οποίο επιστρέφουν κάθε τόσο όσοι απεργάζονται ζοφερά σχέδια και κάνουν αντισυνταγματικά όνειρα…
Το πρελούδιο

Ο Αδόλφος Χίτλερ ορκίστηκε καγκελάριος ενός κυβερνητικού συντηρητικού συνασπισμού στις 30 Ιανουαρίου 1933 και ζήτησε από τον Πρόεδρο της Γερμανίας, Πολ φον Χίντενμπουργκ, να διαλύσει το Ράιχσταγκ και να προκηρύξει νέες εκλογές για τις 5 Μαρτίου 1933. Τα φανερά σχέδιά του προέβλεπαν να μονοπωλήσει τον χώρο του εθνικοσοσιαλισμού και να απαλλαγεί από τον βραχνά των κομμουνιστών, στην καρδιά του υπήρχε ωστόσο το όραμα της κατάλυσης της δημοκρατίας.

Για να συμβεί όμως αυτό με περισσότερο ή λιγότερο νόμιμο τρόπο, ο καγκελάριος θα έπρεπε να αποκτούσε την εξουσία που είχε στα χέρια του μόνο ο Πρόεδρος του Ράιχ, ένα ειδικό σώμα νόμων (Άρθρο 48) που του επέτρεπε δηλαδή να νομοθετεί με δικές του βούλες που δεν έπρεπε να εγκριθούν από τη Βουλή.

Αυτοί οι έκτακτοι νόμοι είχαν τετραετή διάρκεια, χορηγούνταν ωστόσο από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στον καγκελάριο μόνο σε επείγουσες καταστάσεις ύψιστου εθνικού συμφέροντος. Μόλις μία φορά είχε επιστρατευτεί εξάλλου ο συγκεκριμένος νόμος, συγκεκριμένα την περίοδο 1923-1924, όταν η κυβέρνηση τον εφάρμοσε για να περιορίσει τον υπερπληθωρισμό που κλυδώνιζε την εθνική οικονομία.

Καθ’ όλη την προεκλογική εκστρατεία τους λοιπόν, οι ναζί άφηναν τεχνηέντως να εννοηθεί πως η Γερμανία απειλούνταν από μια «κόκκινη» επανάσταση και ο μόνος τρόπος να την περιορίσουν θα ήταν αυτές οι αυξημένες εξουσίες του καγκελαρίου. Και το μήνυμά τους ήταν σαφές: δώστε μας τα 2/3 της Βουλής, μειώστε τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, ώστε να μπορέσουμε να ενεργοποιήσουμε τον νόμο και να σταματήσουμε τον κομμουνιστικό κίνδυνο θέτοντας τους αριστερούς εκτός νόμου. Τους αριστερούς που είχαν πάρει ένα καλό 17% στις εκλογές του Ιανουαρίου και φαινόταν πως η δύναμή τους θα αυξανόταν.

Μετά τη σύντομη φυλάκισή του για το «Πραξικόπημα της Μπιραρίας» το 1923, ο Χίτλερ κατάλαβε πως μόνο μέσω νόμιμων μέσων θα μπορούσε να χτυπήσει τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919), το πρώτο δημοκρατικό πείραμα των Γερμανών μετά τον Α’ Παγκόσμιο.



Ανήλθε λοιπόν στην ηγεσία του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο αποκήρυττε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και αποζητούσε να φέρει ενώπιον της δικαιοσύνης τους «εγκληματίες του Νοεμβρίου», όσους πολιτικούς είχαν υπογράψει την προδοτική -όπως έλεγαν- Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Παρά το γεγονός ότι μέχρι το 1930 οι ναζί κατείχαν το 18,3% της Βουλής και ήταν πια το δεύτερο κόμμα, πίσω μόνο από τους Σοσιαλδημοκράτες, και το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αυξήσει τα ποσοστά του μέσα στο εθνικό χάος με τα τραγικά επίπεδα ανεργίας (στο 30%) και την καταραμένη φτώχεια.

Η ταραγμένη οικονομική κατάσταση των αρχών της δεκαετίας του 1930 σήμαινε πως κανένα κόμμα δεν κατάφερνε να αποσπάσει κυβερνητική πλειοψηφία και οι εύθραυστοι συνασπισμοί δεν στέριωναν. Ο ηλικιωμένος πρόεδρος Χίντενμπουργκ διέλυε το Ράιχσταγκ συνεχώς και εκλογές γίνονταν κάθε τόσο. Ο νέος ακροδεξιός συνασπισμός του Χίτλερ πήρε το 33% των ψήφων τον Ιανουάριο του 1933, και πάλι δεν κατόρθωσε ωστόσο να αποσπάσει πλειοψηφία στη Βουλή.

Ήταν σαφές πως έπρεπε να αποδυναμωθούν κι άλλο οι κομμουνιστές για να πάρει μεγαλύτερα εκλογικά ποσοστά. Ένα πρόταγμα που προσυπέγραφε και ο πρώην καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν -που έπεισε εξάλλου τον απρόθυμο Χίντενμπουργκ να διορίσει καγκελάριο τον Χίτλερ-, λέγοντας δημοσίως πως οι συντηρητικές δυνάμεις έπρεπε να συνταχθούν με τους ακραίους ναζί ώστε να βγάλουν από την εκλογική μέση τους κομμουνιστές…
Τι έγινε στις 27 Φεβρουαρίου 1933 στο Βερολίνο;


Οι ναζί είχαν βάλει εντωμεταξύ για τα καλά πόδι στα σώματα ασφαλείας. Πόσο μάλλον που στις 22 Φεβρουαρίου ο Χίτλερ διόρισε 50.000 μέλη του κόμματός του ως βοηθητικό αστυνομικό προσωπικό. Ήταν αυτό το σώμα που διέταξε δύο μέρες αργότερα ο Χέρμαν Γκέρινγκ, υπουργός Εσωτερικών, να κάνει μια αναγνωριστική έφοδο στο αρχηγείο του Κομμουνιστικού Κόμματος!

Μετά τη σικέ έρευνα, οι ναζί ανακοίνωσαν πως στο στρατηγείο των κομμουνιστών είχαν βρει επαναστατικές προκηρύξεις και αποδείξεις για επικείμενη εξέγερση. Οι κομμουνιστές είναι έτοιμοι να επιτεθούν σε δημόσια κτίρια, διεμήνυε προς πάσα κατεύθυνση ο Γκέρινγκ. Αυτό ήταν το πολιτικό κλίμα στο οποίο έλαβε χώρα το περιστατικό της καταραμένης νύχτας της 27ης Φεβρουαρίου, έξι μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές, όταν στις 9:00 το βράδυ οι περαστικοί άκουσαν ήχους γυαλιών να σπάνε και σύντομα η Βουλή θα τυλιγόταν στις πύρινες γλώσσες.

Οι πυροσβέστες πάλεψαν για ώρες με τη λαίλαπα, που κατέστρεψε ένα καλό μέρος του κτιρίου, όπως την αίθουσα της Ολομέλειας, και η αποκατάσταση των ζημιών εκτιμήθηκε στο 1 εκατ. δολάρια. Η αστυνομία θα είχε σύντομα στα χέρια της έναν άνθρωπο που συνέλαβε επιτόπου, τον άνεργο ολλανδό οικοδόμο Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε. Ο άντρας, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ολλανδίας, εντοπίστηκε κάθιδρος και λαχανιασμένος έξω από τη Βουλή να κυκλοφορεί με αναπτήρες.



«Αυτό είναι σημάδι από τον Θεό», είπε ο καγκελάριος Χίτλερ στο φον Πάπεν όταν έφτασαν στο καμένο Κοινοβούλιο: «Αν αυτή η φωτιά είναι, όπως πιστεύω, έργο των κομμουνιστών, τότε πρέπει να συνθλίψουμε αυτά τα δολοφονικά ζιζάνια με σιδερένια πυγμή». Λίγες μόλις ώρες αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ ενεργοποίησε εσπευσμένα το Άρθρο 48 «Για την Προστασία του Λαού και του Κράτους».

Τι προέβλεπε το διάταγμα; Την πλήρη αναστολή όλων των συνταγματικών άρθρων που εγγυόνταν την ελευθερία του ατόμου, του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων, του συνδικαλισμού κ.λπ. Την ίδια κιόλας νύχτα, 4.000 άνθρωποι συνελήφθησαν και βασανίστηκαν από τα κυβερνητικά πια τάγματα εφόδου του Χίτλερ.



Ήταν ένα πρωτόγνωρο κομμουνιστικό κυνήγι, ένα καλοστημένο σαφάρι κατά των πολιτικών εχθρών των ναζί, που τους άφησε ουσιαστικά ελεύθερους και χωρίς αντιπολιτευόμενες φωνές. Παρά το γεγονός ότι ο γερμανικός λαός θα έβγαζε 81 κομμουνιστές βουλευτές στις εκλογές της 5ης Μαρτίου, τα κοινοβουλευτικά έδρανά τους ήταν αδειανά, καθώς οι περισσότεροι θα έπεφταν στα χέρια των προδοτικών αρχών.

Ο Χίτλερ μπορούσε πια να κάνει ό,τι ήθελε με τις ευλογίες μιας δημοκρατίας που είχε μόλις παραιτηθεί από τα ρυθμιστικά άρθρα πίστης της…
Ο απόηχος του εμπρησμού, το διαχρονικό μάθημα

Αργότερα μέσα στη χρονιά θα γινόταν και η περιβόητη δίκη για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Κατηγορούμενοι ήταν ο βαν ντερ Λούμπε, ο Ερνστ Τόργκλερ (ο επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Κοινοβούλιο), αλλά και τρεις βούλγαροι κομμουνιστές. Όσο η δίκη συνεχιζόταν ωστόσο, μια άλλη δίκη θα μαγνήτιζε το ενδιαφέρον του κόσμου.

Ο γερμανός αριστερός Willi Münzenberg και μερικοί ακόμα ομοϊδεάτες του ξεκίνησαν τη δική τους έρευνα για τα αίτια της φωτιάς και τα αποτελέσματά τους δημοσιεύτηκαν στο «Καφέ Βιβλίο της Φωτιάς στο Ράιχσταγκ και της Τρομοκρατίας του Χίτλερ». Οι εθνικοσοσιαλιστές κατηγορούσαν τον βαν ντερ Λούμπε ότι ήταν όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας, οι αριστεροί ότι ήταν απλώς πιόνι των ναζί και ο ίδιος ότι είχε ενεργήσει μόνος.

Παρά το γεγονός ότι η Ιστορία δεν φαίνεται να έχει αποκρυσταλλώσει άποψη για το ποιος έκαψε το Ράιχσταγκ, το καταστροφικό για τη δημοκρατία γεγονός λειτούργησε όσο άψογα θα ήθελε ο Χίτλερ. Ήταν μια τέλεια ενορχηστρωμένη προβοκάτσια ή μήπως ένα θείο δώρο των χαλεπών καιρών;



Για την ιστορία μας, αλλά και την Ιστορία την ίδια, ίσως έχει λίγη σημασία έχει ποιος τελικά έβαλε τη φωτιά. Το «Διάταγμα του Εμπρησμού του Ράιχσταγκ», όπως είναι επισήμως γνωστό στη Γερμανία (Reichstagsbrandverordnung), κατέλυσε τη δημοκρατία σε όλες τις προγραμματικές διατάξεις της και με τους ναζί στην εξουσία, λειτούργησε ως ευνοϊκό κυνήγι των πολιτικών τους εχθρών.

Το διάταγμα δεν συνοδευόταν εξάλλου από γραπτές κατευθυντήριες γραμμές προς την κυβέρνηση, αφήνοντας τον εκάστοτε υπουργό Εσωτερικών να μεταφράζει τα άρθρα κατά το δοκούν. Και όταν υπουργός είναι ένας σκληροπυρηνικός ναζί σαν τον Γκέρινγκ, είναι εύκολο να δούμε πού πήγε το πράγμα. Με δυο λόγια, κάθε πολιτικός εχθρός των ναζί φυλακίστηκε, κάθε αντιπολιτευόμενη εφημερίδα έκλεισε ή απαγορεύτηκε, κάθε δημοκρατική φωνή καταπιέστηκε.

Η Ιστορία εδώ έχει όμως ετυμηγορία, λέγοντάς μας πως το συγκεκριμένο διάταγμα ήταν το αποφασιστικό βήμα για την απολυταρχία των ναζί. Παρά τη ρητορική μίσους κατά των κομμουνιστών, οι ναζί δεν έθεσαν αμέσως εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα. Γιατί το ήθελαν βλέπετε στις εκλογές μπας και περιορίσουν το ποσοστό των Σοσιαλδημοκρατών.



Και ήταν εξάλλου κοινό μυστικό πως όσους βουλευτές και να έβγαζαν οι «κόκκινοι», δεν θα κάθονταν ποτέ σε έδρανα της Βουλής. Και πράγματι οι θέσεις τους άδειαζαν υπόπτως γρήγορα, μιας και για τα δικαστήρια η κάρτα μέλους στο Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πια υπογεγραμμένη καταδίκη, ομολογία ενοχής. Ο Χίτλερ είχε τώρα τα 2/3 της Βουλής, όχι σε εκλογική δύναμη, αλλά σε αριθμό παρόντων βουλευτών στην Ολομέλεια, μιας και πολλοί ήταν αυτοί που έλειπαν από τις συνεδριάσεις περιμένοντας στο κρατητήριο τη δίκη τους.

Πότε τέθηκε εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας; Την 6η Μαρτίου, μία ημέρα μετά τις εθνικές εκλογές! Τρεις εβδομάδες αργότερα και χωρίς σοβαρή αντιπολιτευτική φωνή στη Βουλή, οι εθνικοσοσιαλιστές του Χίτλερ ενεργοποίησαν ένα ακόμα καταπιεστικό διάταγμα που μετέτρεπε τον καγκελάριο σε δικτάτορα. Πλέον δεν χρειαζόταν κυβερνητικές πλειοψηφίες και κοινοβουλευτικές διαδικασίες για να περνά τους νόμους του, όποιους νόμους του, όσους ήθελε.

Ως τον Ιούλιο του 1933 τα άλλα κόμματα της Βουλής είτε είχαν απαγορευτεί διά νόμου είτε είχαν αυτοδιαλυθεί μέσω των εκφοβιστικών τακτικών των ναζί, αφήνοντας το πολιτικό μόρφωμα του Χίτλερ το μόνο νόμιμο κόμμα της γερμανικής δημοκρατίας!


Ο στρατιωτικός νόμος του Άρθρου 48 παρέμεινε σε ισχύ καθ’ όλη τη διάρκεια της ναζιστικής διακυβέρνησης, δίνοντας στον καγκελάριο τη νομιμοποίηση να κυβερνά ως δικτάτορας. Γι’ αυτό εξάλλου και ο Χίτλερ ποτέ δεν απεμπόλησε επισήμως τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ή το Σύνταγμα, καθώς δεν είχε πια καμία ισχύ απέναντί του.

Όταν πέθανε μάλιστα ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ τον Αύγουστο του 1934, ο Χίτλερ πέρασε αμέσως έναν νέο και κατεπείγοντα νόμο που του έδινε αμφότερες τις εκτελεστικές και νομοθετικές εξουσίες τόσο του καγκελαρίου όσο και του προέδρου. Γι’ αυτό και οι Σύμμαχοι μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου φρόντισαν να βάλουν τα δημοκρατικά πράγματα στη θέση τους, περνώντας ένα ειδικό διάταγμα αναφορικά με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας που μείωνε καθοριστικά τις εκτελεστικές εξουσίες του προέδρου.

Όσο για τον βαν ντερ Λούμπε, ομολόγησε τον εμπρησμό και καταδικάστηκε σε θάνατο. Οι τέσσερις άλλοι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν λόγω έλλειψης αποδείξεων, για το ναζιστικό καθεστώς έφταιγαν μια φορά οι κομμουνιστές.



Έκαψαν όμως οι ναζί το Ράιχσταγκ; Ή μήπως ήταν «κόκκινη» πλεκτάνη που πήγε ολότελα στραβά; Έδρασε μόνος ο ολλανδός αριστερός; Είναι σχεδόν αδύνατο να μάθουμε πια, παρά τα αναρίθμητα πραγματικά βιβλία και τις ιστορικές διατριβές στο θέμα. Οι πιο νηφάλιες ερευνητικές φωνές μάς λένε πως στοιχεία υπάρχουν για αρκετά σενάρια και το ποιο θα προκρίνει κάποιος είναι μάλλον θέμα ιδεολογικής προτίμησης. Το γερμανικό κράτος απάλλαξε ωστόσο τον Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε από τις κατηγορίες το 2008, 75 χρόνια μετά την εκτέλεσή του. Αν αυτό λέει κάτι.

Και λέει, καταδεικνύοντας την πιο τρομακτική ίσως πτυχή της ιστορίας μας. Πώς μια ακραία προβοκάτσια δηλαδή, όποιος κι αν ήταν από πίσω, νομιμοποίησε την εφαρμογή αντιδημοκρατικών μέτρων και επέτρεψε ένα κυνήγι μαγισσών που δεν πλήγωσαν μόνο το γόητρο της δημοκρατίας, αλλά τη σκότωσαν κιόλας μέσα σε μια νύχτα. Εκείνη τη νύχτα δεν κάηκε το Κοινοβούλιο, κάηκε ένας ολόκληρος λαός…

https://www.newsbeast.gr/weekend/arthro/3363488/h-ipodigmatiki-provokatsia-pou-parameni-seminario-propagandas
 
Υποστήριξη : SITE | Αρχική | facebook
Δ.Σ © 2012. ΛΙΜΕΝΙΚΑ ΝΕΑ - limenika-nea.blogspot.com
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ Δ.Σ-Δ.Σ ΦΟΡΟΥΜ
ΛΙΜΕΝΙΚΑ ΝΕΑ ΛΣBlogger
-->