Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΤΡΟΥΜΠΑΣ – Η «ΜΟΥΓΚΙΑ» ΤΗΣ ΤΡΟΥΜΠΑΣ – «Γούστο Γουστίνο»



* Γράφει ο HAVEN DI HAVEN

Ο περιβόητος Προκρούστης στην Αρχαία Ελλάδα είχε εγκατασταθεί στην τοποθεσία Ερινεό, στην οδό που ένωνε την Αθήνα με τα Μέγαρα. Με το πρόσχημα της φιλοξενίας των οδοιπόρων είχε οργανώσει ένα χώρο όπου είχε εγκαταστήσει ένα κρεβάτι και διάφορα σύνεργα ώστε οι περαστικοί να περνάνε καλά και να ξεκουράζονται…

Ο Προκρούστης της δικής μας ιστορίας που είχε εγκατασταθεί στα «καρβουνιάρικα» του Πειραιά δεν είχε ούτε κρεβάτι για να ξαπλώνει τα θύματά του ούτε σφυριά. Δεν προξενούσε βλάβη σε κανένα από τα υποψήφια θύματά του, τα οποία περνούσανε από το στέκι του. Απεναντίας όταν τα φιλοξενούσε έφευγαν ευχαριστημένα, χωρίς να υπάρχει καμία αμυχή στα κάτω άκρα. Η μέθοδος που ακολουθούσε ήτανε η αρπαγή με ταχύτητα του «κάτω μέλους…», το οποίο αντί να τεντώνει ή να κόβει και να το χτυπάει με σφυρί, το δονούσε, το μεγάλωνε και το μετέτρεπε ως δια μαγείας σε μουσικό όργανο «κλαρίνο», συνήθως και άρχιζε… το τραγούδι. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Το «θύμα» έφευγε ευχαριστημένο. Ακολουθούσαν και άλλα θύματα τα παιδιά των νυχτερινών κυρίως σχολών που περνούσαν είτε αμέριμνα, είτε γνωρίζοντας ότι ο Προκρούστης καιροφυλαχτεί. Πίσω από μηχανές και παλιοσίδερα στα καρβουνιάρικα είχε κάνει το στέκι της η περιβόητη «μουγκιά», ο Προκρούστης της ιστορίας μας, αφήνοντας εποχή στο ανώμαλο ερωτικό πεδίο του Πειραιά.

Μαζί με τον «Γιαννάκη», των Βράχων του Παρασκευά και της Πειραϊκής και την περιβόητη Πετρούλα ή Πετράν αποτελούσε το τρίο που δρούσε όχι μόνο στην Τρούμπα αλλά και σε διάφορα άλλα στέκια. Ακολου­θούσε η Μισέλα, που επισκεπτόταν τακτικά τα «σκαλάκια» της Τερψιθέας, όπου υπήρχανε τα Δημόσια Ουρητήρια, για να ψωνίσει τους καρπούς του εφήμερου έρωτα αφού διέθετε και χοντρό πορτοφόλι μια και ήταν ο επινοικιαστής των περισσότερων «μπουρδέλων» της Τρούμπας. Πολλοί νέοι απέφευγαν να γίνουν θύματα της «Μουγκιάς» ακολουθώντας την συνταγή της επίσκεψης στο «μπουρδέλο» με το χαρτζιλίκι του μπαμπά όπου η εκτόνωση της απόλαυσης γινόταν με τρόπο φυσιολογικό. Με αυτόν τον τρόπο η ανέξοδη ερωτική συνεύρεση με την «χείρα των πέντε ορφανών» έφθανε στο τέλος της. Έτσι πορευόντουσαν τα «πειραιωτάκια» για να αποφύγουν τους «ντιντήδες», όπως αποκαλούσαν αυτούς με τις ιδιαιτερότητες που τους ξεφώνιζαν κατά την διάρκεια της «μπουρδελότσαρκας» με την ιαχή σύκα … σύκα.

Δυστυχώς αυτή η ιδιαιτερότητα είχε προκαλέσει αποτροπιασμό και απέχθεια σε τέτοιο βαθμό που η κοινωνία αυτής της εποχής είχε στιγματίσει και είχε απομονώσει όλους αυτούς που έφεραν αυτό το «κουσούρι». Η κοινωνία όμως της Τρούμπας, παρά το κακόφημο όνομά της, είχε υιοθετήσει σύγχρονες αντιλήψεις για την σεξουαλική ελευθερία και την διάθεση του «κορμιού» για τον καθένα όπως θέλει και γουστάρει και διαλαλούσε την γνώμη της με την περιβόητη φράση «Γούστο Γουστίνο». Η κοινωνία αυτή είχε και «ηθική υπόσταση» και απεχθανότανε την παιδεραστία από όλους τους συντελεστές της. Γυναίκες, νταβατζήδες, παπατζήδες και ανώμαλοι κάθε είδους σεξουαλικής συμπεριφοράς έφεραν πραγματικό μίσος για αυτού του είδους την ιδιαιτερότητα της «γεύσης» της παιδικής σάρκας. Η «μουγκιά» αναζητούσε και αυτή την γεύση της παιδικής σάρκας αλλά με τρόπο παθητικό. Τα «γούσταρε», τα «πιτσιρίκια» και τους έκανε νάζια για να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους. Χρησιμοποιούσε τέτοιες μεθόδους για να σε κατακτήσει που τον ωθούσαν σε ασύλληπτα τεχνάσματα. Ένα τέτοιο τέχνασμα χρησιμοποίησε για την κατάκτησή του Σαράντου. Στον πεζόδρομο όπου ήτανε οι σινεμάδες «ΦΩΣ» και «ΟΛΥΜΠΙΚ», είχε το στέκι του ο Σαράντος και πουλούσε αναψυκτικά. Είχε κατασκευάσει ξύλινη τέντα για να προφυλάσσεται από την ζέστη. Στην γωνία Φίλωνος και 2ας Μεραρχίας υπήρχε το στέκι του πιτσιρίκου που πουλούσε τυρόπιτες και δίπλα του ακριβώς είχε το ψυγείο του ο «γέρος» με το «Μαλεμπί».

Η οικοδομή χτιζότανε για να στεγάσει την Εφορία βρισκότανε στο τέλος της. Ο Κυριακίδης ο κουρέας μετακόμισε στο ξενοδοχείο Λουξ.

Ξαφνικά ο Πιτσιρίκος ακούει παράξενους θορύβους. Έπεφταν χαλίκια από την οικοδομή στην τέντα του Σαράντου και δημιουργούσαν αρμονικούς θορύβους τικ-τακ, τικ-τακ. Ήτανε το σύνθημα της «μουγκιάς». Ο Σαράντος προχώρησε στο παρασύνθημα. Ο πιτσιρίκος κατάλαβε την προέλευση του θορύβου. Διαισθάνθηκε ότι δόθηκε ραντεβού για ερωτική συνεύρεση όταν είδε τον Σαράντο να ανεβαίνει τα σκαλιά της οικοδομής. Οκυρ-Ανδρέας που διατηρούσε περίπτερο σφύριξε στον πιτσιρίκο ότι πρώτα ανέβηκε τα σκαλιά η «μουγκιά». Άλλο που δεν ήθελε ο πιτσιρίκος. Ακολούθησε τον Σαράντο σιγά-σιγά για να ανακαλύψει το ερωτικό κρησφύγετο και να κάνει την πλάκα του, που του βγήκε ξινή.

Στον τελευταίο όροφο γινότανε το πάρτι. Ο πιτσιρίκος άρχισε με τη σειρά του να πετάει χαλίκια. Ποιος όμως είδε τη «μουγκιά» και δε τη φοβήθηκε. Την έκοψε ο πιτσιρίκος πάνω στο αμόκ της τρελής ηδονής και άρχισε να πετάει τούβλα και ότι βρισκότανε μπροστά του.

Ο πιτσιρίκος κατέβαινε τα σκαλιά της οικοδομής σαν τρελός. Η «μουγκιά» πήγε να σπάσει τη βιτρίνα του πιτσιρίκου αλλά τον κράτησε ο «κουκουβάγιας» ο παπατζής. Βγήκε και ο κυρ-Ανδρέας από το περίπτερο και έτσι ηρέμησε η «μουγκιά».

Πολλά από τα μπαρ της Τρούμπας είχανε καθαρίστρια την «μουγκιά». Στον ανήφορο της Σκουζέ και στην διασταύρωση με την Λεωσθένους βρισκότανε το μπαρ “captain George”.

Ο πιτσιρίκος περνούσε αρκετές φορές από εκεί. Είχε έλθει πλέον στην εφηβεία και άρχισε να δουλεύει στις οικοδομές. Είχε μπρατσωθεί και άρχισε η παρενόχληση από την «μουγκιά» με μεγαλύτερη συχνότητα και περισσότερα νάζια. Άρχισε να του κάνει και «μόστρα» χαρτονομίσματα.

Στην Βασιλέως Κωνσταντίνου απέναντι από το μπαρ υπήρχε καφενείο που σύχναζαν φίλοι του πιτσιρίκου και έπαιζαν φλιμπεράκια.

Θα μπω μέσα στο μπαράκι που καθαρίζει η «μουγκιά» και σε δύο λεπτά θα με ακολουθήσετε. Θα γεμίσετε τα ποτήρια νερό, λέει στους φίλους του ο πιτσιρίκος. Κατηφορίζει την Σκουζέ και μπαίνει στο μπαρ. Μόλις τον βλέπει η «μουγκιά» πετάει με αστραπιαία ταχύτητα το βεραμάν κιλοτάκι και πάει να πιάσει στην αγκαλιά της τον πιτσιρίκο. Ο πιτσιρίκος αιφνιδιάζεται. Αρχίζει να πηδάει τα τραπέζια και τις καρέκλες για να ξεφύγει. Ξαφνικά ακούγεται ποδοβολητό. Εκτός από την «μουγκιά» έφαγε αρκετό νερό και ο πιτσιρίκος.

Βγαίνει έξω ο πιτσιρίκος από το μπαρ τρέχοντας τον ακολουθεί ημίγυμνη η «μουγκιά» τρέχοντας και αυτή. Όταν όμως συνειδητοποιεί ότι είναι σχεδόν γυμνή επιστρέφει στο μπαρ. Ο πιτσιρίκος όμως από την τρομάρα του τρέχει ακόμη. Επιστρέφει στο καφενείο και ξεκαρδίζεται στα γέλια μαζί με τους φίλους του, παίζοντας φλιμπεράκια.

Η «μουγκιά» απογοητεύτηκε από την Τρούμπα. Κανένας δεν ανταποκρινόταν στο πάθος της.

Η Τρούμπα είχε άλλον προορισμό. Η προσφορά και ζήτηση ηδονής είχε την φυσιολογική της έκφραση και εκφραζότανε με όρους της αγοράς. Το βασικό ημερομίσθιο ήτανε το τίμημα της επίσκεψης. Η «μουγκιά» όμως πλήρωνε όσο και όσο. Αλλάζει στέκια και αντί για τα καρβουνιάρικα και την Τρούμπα τριγυρνάει εκεί που δε τη γνωρίζουν. Πληρώνει για να εξασφαλίσει την ηδονή της. Ιδίως τις μέρες που πληρωνότανε και αφού γινότανε με τα καλύτερα ρούχα παρίστανε το “golden boy” ή κάποιο αρχοντόπουλο των βορείων προαστίων και έμπαινε στους σινεμάδες.

Εκεί σαν τη Λύκαινα μέσα στο σκοτάδι έψαχνε για το υποψήφιο θύμα. Μέσα από την τεχνική της μετατόπισης των χεριών προς το κέντρο του στόχου και της προσμονής της αποδοχής λειτουργούσε η διαδικασία του έρωτα του εξώστη.

Τα χρόνια όμως περάσανε. Ο πιτσιρίκος πήρε από την Τρούμπα αυτό που ήθελε. Είδε αυτά, που δεν έβλεπαν τα άλλα παιδιά. Απέκτησε το καλύτερο πτυχίο. Αργότερα απέκτησε και το πτυχίο της Ανωτάτης Εκπαίδευσης για να ασκήσει το επάγγελμά του. Πορεύτηκε στη ζωή του με τις αξίες τις Τρούμπας.
 
Υποστήριξη : SITE | Αρχική | facebook
Δ.Σ © 2012. ΛΙΜΕΝΙΚΑ ΝΕΑ - limenika-nea.blogspot.com
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ Δ.Σ-Δ.Σ ΦΟΡΟΥΜ
ΛΙΜΕΝΙΚΑ ΝΕΑ ΛΣBlogger
-->