Δεν ήταν όλα τα χρόνια συμμετοχής μας στην ΕΟΚ (Ε.Ε) στρωμένα με ροδοπέταλα

Φέτος, 2021, συμπληρώνονται εξήντα (60) χρόνια από την υπογραφή της πρώτης «Συμφωνίας  Σύνδεσης»  της Ελλάδας με την Ε.Ο.Κ και σαράντα (40) χρόνια από την πλήρη ένταξή της σε αυτή.

Με αφορμή αυτές τις δυο επετείους, θα επιχειρήσω, μέσα σε λίγες γραμμές μια σύντομη αναδρομή.   

                                 

Το 1961, η Ελλάδα συνήψε «Συμφωνία  Σύνδεσης» με την Ε.Ο.Κ,  με ην προοπτική της πλήρους ένταξής της σε αυτή. Οι απανωτές αλλαγές κυβερνήσεων (1961-1967) και η επιβολή της δικτατορίας (1967-1974) «πάγωσαν» την εφαρμογή της.

Τον Ιούνιο 1975, η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση προσχώρησης όχι τόσο για οικονομικούς όσο για πολιτικούς λόγους. Το ζητούμενο της εποχής, ήταν η επίτευξη πολιτικής σταθερότητας, η εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών και η ενσωμάτωση στη «Δύση».

Στις 29 Μαΐου 1979, υπεγράφη στην Αθήνα η «Συνθήκη Ένταξης» στην Ε.Ο.Κ.

Την 1η Ιανουαρίου 1981, η Ελλάδα με κυβέρνηση ΝΔ εντάχτηκε ως πλήρες μέλος στην Ε.Ο.Κ κι έγινε το 10ο μέλος. Στις 18-10-81 οι Έλληνες επέλεξαν, με το ΠΑΣΟΚ, την πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση στην Ελλάδα, το οποίο ως αντιπολίτευση ήταν δηλωμένα αντίθετο στην Ε.Ο.Κ. Επίσης, τότε, για πρώτη φορά εκλέξαμε και ευρωβουλευτές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τα πρώτα χρόνια της ένταξης  χαρακτηρίστηκαν από τις προσπάθειες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ  να ακολουθήσει «τον τρίτο δρόμο για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό» και να πετύχει τον πολιτικό-οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας.

Την περίοδο 1985-1995 στην Ελλάδα αναπτύχτηκε η δυναμική του «εξευρωπαϊσμού». Μια από τις πιο σημαντικές κοινοτικές ενέργειες που συνέβαλαν στον «εξευρωπαϊσμό» της Ελλάδας ήταν και η εφαρμογή των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ).Τα ΜΟΠ, αφορούσαν κυρίως την Ελλάδα, εγκρίθηκαν το 1985, ξεκίνησαν το 1986 και κάλυψαν μια περίοδο επτά ετών, μέχρι το τέλος του 1992, με πόρους από τρία διαρθρωτικά ταμεία (ΕΤΠΑ, ΕΚΤ, ΕΓΤΠΕΠ) και δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Το 1992, με τη Συνθήκη του Maastricht, η ΕΟΚ μετεξελίχτηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε). Η Ε.Ε «επέβαλε» στην Ελλάδα την εφαρμογή μιας διαρθρωτικής πολιτικής όπως αυτής του προγραμματισμού με τον καθορισμό συγκεκριμένων πλαισίων προτεραιοτήτων και εξειδικευμένων μέσων για την υλοποίησή τους. Έτσι η Ελλάδα «αναγκάστηκε» να προγραμματίσει την αναπτυξιακή της πολιτική με την κατάρτιση «Σχεδίων Περιφερειακής Ανάπτυξης» (ΣΠΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού για την κατάρτιση και σύναψη των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ).

Τα ΚΠΣ γνωστά και ως «πακέτα Ντελόρ» περιλάμβαναν «τους άξονες προτεραιότητας, τις μορφές παρέμβασης, το ενδεικτικό σχέδιο χρηματοδότησης στο οποίο καθορίζονται το ύψος των παρεμβάσεων και οι πηγές τους καθώς και η διάρκεια των παρεμβάσεων αυτών». Από αυτά ωφελήθηκαν πολλοί τομείς (υποδομές, βιομηχανία, ανθρώπινοι πόροι, τουρισμός, έρευνα και τεχνολογία, κλπ.).

 Από τον Ιανουάριο του 1996, με την αλλαγή πρωθυπουργού (Α. Παπανδρέου - Κ. Σημίτης) στο κυβερνών κόμμα, αρχίζει μια νέα περίοδος με βασικό στρατηγικό στόχο την προετοιμασία της χώρας για την ένταξή της στο τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (Ο.Ν.Ε) με την εφαρμογή του «προγράμματος σύγκλισης».

 Με τη συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) η Ελλάδα ικανοποίησε σε υψηλό βαθμό τα βασικά της αιτήματα που ήσαν η προστασία των εξωτερικών της συνόρων  ως σύνορα της Ε.Ε και η ανάπτυξη των νησιών.

Από το 1998 η δραχμή συμμετείχε στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) δηλαδή στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών σε σχέση με το ΕCU. Με απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής (19-6-2000), το νέο ενιαίο νόμισμα το EURO-ΕΥΡΩ υιοθετήθηκε και από την Ελλάδα και την 31-12-2000 καθορίστηκε  η τελική ισοτιμία Δρχ./ Ευρώ σε 340,75 δρχ.

Από 01-01-2001 η Ελλάδα μπήκε στη «ζώνη ευρώ» και το Ευρώ έγινε επίσημα και νόμισμα της Ελλάδας, παράλληλα με τη δραχμή η ζωή της οποίας έληξε την 28-02-2002.

Από  το 2006 η Ελλάδα μπήκε και στο χορό των ΕΣΠΑ (Εταιρικό Σύμφωνο για το Πλαίσιο Ανάπτυξης) με χρηματοδοτήσεις που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα.

Για την επώδυνη κρίση της δεκαετίας (2010-2020) την οποία ακόμα βιώνουμε, δεν ήσαν άμοιρες ευθυνών οι εναλλασσόμενες κυβερνήσεις-αντιπολιτεύσεις των προηγουμένων ετών. Αυτές χάρη μικρό(πολιτικών) σκοπιμοτήτων, δεν αξιοποίησαν τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως όφειλαν.                                        

Αναμφισβήτητα, τα σαράντα χρόνια συμμετοχής μας στην ΕΟΚ (Ε.Ε) δεν ήσαν όλα στρωμένα με ροδοπέταλα. Όμως, παρά τα προβλήματα και τις περιπέτειες, πιστεύω ότι για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού αυτά υπήρξαν και τα καλυτέρα χρόνια στη 200ετη πορεία της χώρας.

                                   Αλεξανδρούπολη   Ιανουάριος  2021

                                  ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ    ΝΙΚΟΛΑΟΣ

                                          Υποναύαρχος Λ.Σ (ε.α)