Προσθέτει, πως αν συνυπολογιστούν και τα τεκμαρτά εισοδήματα (ακίνητα κ.λπ.), η θέση των συνταξιούχων, ίσως είναι καλύτερη

Στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες συνταξιούχοι έχουν καλύτερο μέσο επίπεδο διαβίωσης από τον μέσο όρο του βιοτικού επιπέδου της χώρας, καταλήγει μελέτη που κατέθεσε στη Βουλή ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης, η οποία, μαζί με την αναλογιστική μελέτη, πλαισιώνει το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο.

Πρόκειται για τη «Μελέτη Επάρκειας Συντάξεων», η οποία διαπιστώνει, ενώ το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων παλαιότερα, προ της κρίσης ήταν χαμηλότερο του μέσου εθνικού όρου, σήμερα είναι υψηλότερο.

Μάλιστα, συμπληρώνει ότι αν συνυπολογιστούν και τα τεκμαρτά εισοδήματα (ακίνητα κ.λπ.), η θέση των συνταξιούχων, ίσως είναι καλύτερη.

Αιτία, είναι, όπως σημειώνεται στη μελέτη, οι περικοπές των μισθών και των ημερομισθίων στη διάρκεια των μνημονίων, οι οποίες ήταν μεγαλύτερες, σε σχέση με τις περικοπές των συντάξιμων αποδοχών.

Παρατηρεί συγκεκριμένα ότι από τις συντάξεις, μειώθηκαν περισσότερο οι υψηλές και όχι οι μεσαίες και οι χαμηλές.

Από τη «Μελέτη Επάρκειας Συντάξεων», προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα, τα κυριότερα των οποίων είναι πως το επίπεδο των μισθών στην οικονομία πλέον είναι χαμηλότερο, από τις καταβαλλόμενες συντάξεις.

Το γεγονός αυτό εγείρει αυτομάτως θέμα βιωσιμότητας του ασφαλιστικού, καθώς δεν είναι βιώσιμη μια οικονομία, η οποία έχει υποαμειβόμενους εργαζόμενους και συνταξιούχους οι οποίοι λαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές.

Η «Μελέτη Επάρκειας Συντάξεων»

Τα βασικότερα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η μελέτη του υπουργείου Εργασίας είναι τα ακόλουθα:

• Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι το μέσο βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων και των μελών των νοικοκυριών τους είναι ελαφρά υψηλότερο του εθνικού μέσου όρου, ενώ τα ποσοστά των συνταξιούχων και των μελών των νοικοκυριών τους που βρίσκονται κάτω από το όριο επαρκούς βιοτικού επιπέδου είναι αρκετά χαμηλότερα του εθνικού μέσου όρου.

• Σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, ακόμα και όταν οι συνταξιούχοι βρίσκονται κάτω από το όριο επαρκούς διαβίωσης, συνήθως δεν απέχουν πολύ από αυτό.

• Συγκριτικά με τα περισσότερα από τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, η σχετική θέση των Ελλήνων συνταξιούχων σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο δείχνει να είναι περισσότερο ευνοϊκή. Πριν από μερικές δεκαετίες το βιοτικό επίπεδο των ηλικιωμένων γενικότερα και των συνταξιούχων ειδικότερα υπολειπόταν σημαντικά του εθνικού μέσου όρου στην Ελλάδα. Όμως, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 παρατηρείται αφενός σημαντική αύξηση των συντάξεων σε πραγματικούς όρους, «ωρίμανση» του συστήματος (με περισσότερα νοικοκυριά ηλικιωμένων να αποτελούνται από δύο συνταξιούχους) και υιοθέτηση ενός πλέγματος πολιτικών που, ουσιαστικά, καθιστούσαν τους ηλικιωμένους και, κυρίως, τους συνταξιούχους το μόνο τμήμα του πληθυσμού που καλυπτόταν από ένα είδος (και μάλιστα, ενισχυμένου) Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (υπερανταποδοτικές ως προς τις αντίστοιχες εισφορές κατώτατες συντάξεις, σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων και ΕΚΑΣ). Σαν αποτέλεσμα, την επόμενη δεκαετία και μέχρι τα χρόνια της κρίσης τόσο το μέσο βιοτικό επίπεδο των ηλικιωμένων συμπολιτών μας όσο και το ποσοστό φτώχειας τους σταδιακά συνέκλιναν προς τον εθνικό μέσο όρο.

• Στα χρόνια της κρίσης, έγιναν πολλές και σημαντικές περικοπές συντάξεων. Όμως, οι περικοπές αυτές είχαν δύο χαρακτηριστικά, τα οποία είναι αντίθετα με ισχυρισμούς που συχνά διατυπώνονται στο δημόσιο διάλογο. Πρώτον, κατά μέσο όρο, οι μειώσεις στις συντάξεις ήταν χαμηλότερες από αυτές των άλλων πηγών εισοδήματος. Δεύτερον, οι περισσότερες περικοπές κάθε άλλο παρά «οριζόντιες» ήταν. Το πάνω μέρος της κατανομής των συντάξεων εθίγη πολύ περισσότερο από ότι το κάτω μέρος της κατανομής.

• Σαν αποτέλεσμα των δύο αυτών παραγόντων, η σχετική θέση των συνταξιούχων και των μελών των νοικοκυριών τους στην κατανομή εισοδήματος βελτιώθηκε σημαντικά, ενώ τα ποσοστά φτώχειας των μεγαλύτερων σε ηλικία ομάδων (65+) υποχώρησαν αισθητά χαμηλότερα από αυτά των υπολοίπων ηλικιακών ομάδων.

Ίσως είναι και καλύτερα...

Οι ερευνητές διευκρινίζουν επίσης τα ακόλουθα:

• Πρώτον, στα χρόνια της κρίσης, σχεδόν καμία χρονιά δεν ήταν «κανονική» και συχνά υπήρχαν ad hoc παρεμβάσεις που επηρέαζαν την κατανομή εισοδήματος, χωρίς να έχουν μόνιμο χαρακτήρα. Πολλές από αυτές τις παρεμβάσεις αφορούσαν τις συντάξεις. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται τόσο το επίδομα που δόθηκε στους χαμηλοσυνταξιούχους το 2016 όσο και η λεγόμενη «13η σύνταξη» το 2019. Από την άποψη αυτή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα αποτελέσματα της μελέτης που αναφέρονται στο 2020 είναι πιο κοντά στην «κανονικότητα», αν δεν υπάρξουν απρόβλεπτες μεταβολές και κατά το τρέχον έτος.

• Δεύτερον, ως δείκτης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού επελέγη το κατά κεφαλή διαθέσιμο χρηματικό εισόδημα του πληθυσμοί). Όμως, στην πραγματικότητα το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών δεν προσδιορίζεται μόνο από τα χρηματικά αλλά και από τα τεκμαρτά του εισοδήματα. Τα τεκμαρτά εισοδήματα μπορεί να είναι είτε δημόσια (π.χ. υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, κλπ) είτε ιδιωτικά (τεκμαρτά ενοίκια, κατανάλωση ιδίας παραγωγής, αμοιβές σε είδος, κλπ). Η ακριβής εκτίμηση των διανεμητικών επιπτώσεων των δημοσίως παρεχομένων αγαθών στη σχετική βιβλιογραφία είναι κάπως αμφιλεγόμενη. Δεν ισχύει το ίδιο για τα ιδιωτικά τεκμαρτά εισοδήματα. Όπως δείχνει ο Koutsampelas (2009), τόσο η ιδιοκατοίκηση σε κατοικία χωρίς υπόλοιπο στεγαστικού δανείου όσο και η κατανάλωση ιδίας παραγωγής απαντώνται συχνότερα στα νοικοκυριά των συνταξιούχων παρά στον υπόλοιπο πληθυσμό. Επομένως, από αυτή τη σκοπιά, είναι πιθανόν ότι το πραγματικό βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων και των μελών των νοικοκυριών τους είναι υψηλότερο από αυτό που καταγράφει η παρούσα μελέτη.

• Τρίτον, στη μελέτη έχουμε υποθέσει ότι η δομή του πληθυσμού δεν μεταβλήθηκε μεταξύ 2016 και 2020. Αυτό μπορεί να είναι εύλογο ως προς τα γενικότερα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού, όμως από το 2016 μέχρι σήμερα το ποσοστό ανεργίας έχει μειωθεί κατά περίπου επτά ποσοστιαίες μονάδες. Επομένως, εφόσον ευλόγως θεωρηθεί ότι η πλειονότητα των ανέργων που βρίσκει εργασία δεν μένει σε νοικοκυριά με συνταξιούχους, είναι πολύ πιθανό ότι το μέσο εισόδημα των μη συνταξιούχων και των νοικοκυριών τους στα πιο πρόσφατα χρόνια είναι υψηλότερο από αυτό που έχουμε υποθέσει στη μελέτη και, επομένως, σε σχετικούς όρους η θέση των συνταξιούχων και των νοικοκυριών τους να είναι λιγότερο ευνοϊκή από ότι δείχνουν τα αποτελέσματα της μελέτης.

• Τέταρτον, στη μελέτη έχουμε προσομοιώσει μόνο πολιτικές που έχουν νομοθετηθεί ή περιέχονται στο προς ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Το κόστος των αυξημένων δαπανών που περιέχει το νομοσχέδιο καλύπτεται από την κατάργηση της λεγάμενης «13ης σύνταξης». Το κόστος αυτού του μέτρου ήταν περίπου 0,5% του ΑΕΠ, ενώ τα προς ψήφιση μέτρα αντιστοιχούν στο 0,2%-0,3% του ΑΕΠ. Υπάρχει η πρόβλεψη ότι το υπολοιπόμενο ποσό μπορεί να διατεθεί για τους σκοπούς άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Αν τμήμα ή το σύνολο του ποσού αυτού κατευθυνθεί προς τους συνταξιούχους, προφανώς η σχετική τους θέση στην κατανομή εισοδήματος θα βελτιωθεί και θα βρίσκονται σε καλύτερη θέση από αυτή που δείχνουν τα αποτελέσματα της μελέτης. Εν κατακλείδι, και λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες συνολικές επιπτώσεις των ανωτέρω, θεωρούμε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης πιθανότατα δεν επηρεάζονται σημαντικά και μπορούν να θεωρηθούν ασφαλή.

ΠΗΓΗ: sofokleousin.gr