Από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής

Η σύνταξη λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου καταβάλλεται στους δικαιούχους της σύνταξης (σύζυγο ή και παιδιά) ανεξάρτητα από την ηλικία τους μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο πληρούνται οι προϋποθέσεις λήξης του δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου των προσώπων αυτών ή με τη σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης. Για τον επιζώντα σύζυγο ή το άλλο μέρος του συμφώνου συμβίωσης το ποσοστό της σύνταξης που δικαιούται καθορίζεται πλέον στο 70% επί του ποσού της σύνταξης το οποίο δικαιούτο ή είχε χορηγηθεί σε σύζυγο που απεβίωσε και όχι το 50% που ίσχυε με το νόμο 4387/16 (νόμος Κατρούγκαλου). 

Η νέα εγκύκλιος τονίζει ότι σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις καταργούνται τα ηλικιακά κριτήρια που καθόριζαν τη διάρκεια του δικαιώματος της συνταξιοδότησης των δικαιούχων επιζώντων συζύγων/ετέρων μερών του συμφώνου συμβίωσης και διαζευγμένων.

Ποιοι δικαιούνται 
1. Η σύνταξη λόγω θανάτου χορηγείται στα παιδιά του θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου (δηλαδή τα νόμιμα παιδιά, τα νομιμοποιηθέντα, τα αναγνωρισθέντα ή όσα υιοθετήθηκαν) με τον βασικό όρο να είναι άγαμα και να μην έχουν συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας τους. 

2. Για τη λήψη της σύνταξης καταργείται η προϋπόθεση της φοίτησης (που ίσχυε με το νόμο Κατρούγκαλου) των τέκνων ασφαλισμένου ή συνταξιούχου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους.  

3. Η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται στα τέκνα και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας μόνο στην περίπτωση που κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους επήλθε πριν από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους.  

4. Ως προϋπόθεση για την αναγνώριση δικαιώματος συνταξιοδότησης σε επιζώντα σύζυγο ή στο έτερο μέρος του συμφώνου συμβίωσης καθορίζονται πλέον τα τρία έτη ελάχιστης διάρκειας γάμου/συμφώνου συμβίωσης από τη σύναψή τους μέχρι την ημερομηνία θανάτου. Έτσι, καταργείται η απαίτηση που ίσχυε πριν για τη συμπλήρωση 5 ετών γάμου ή συμβίωσης. 

5. Το ποσοστό κάθε παιδιού επί της σύνταξης του θανόντος ανέρχεται στο 25% της σύνταξης, ενώ το ποσοστό ανέρχεται στο 50% για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, εκτός αν το ορφανό παιδί δικαιούται σύνταξη και από τους δύο γονείς. Τα ποσοστά των τέκνων δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 30% της σύνταξης που δικαιούτο ή που είχε χορηγηθεί σε σύζυγο που απεβίωσε.  

Παράδειγμα 
Δικαιοδόχα μέλη: 1 επιζών σύζυγος, 2 τέκνα από δεύτερο γάμο και 1 αμφοτεροπλεύρως ορφανό τέκνο.

Ποσοστό επιζώντος συζύγου: 70%

Ποσοστό τέκνων: 
α) αμφοτεροπλεύρως ορφανό τέκνο: 15% (30Χ2/4=15)
β) έκαστο ορφανό τέκνο από το δεύτερο γάμο: 7,5% (30Χ1/4=7,5).

Ο επιζών σύζυγος ή το άλλο μέρος του συμφώνου συμβίωσης ή ο διαζευγμένος δικαιούται από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα και για μία τριετία ολόκληρη τη σύνταξη. Μετά τη συμπλήρωση αυτού του χρονικού διαστήματος, αν οι δικαιούχοι εργάζονται ή αυτοαπασχολούνται ή λαμβάνουν σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, χορηγείται το πενήντα τοις εκατό (50%) της σύνταξής τους λόγω θανάτου.