Οι αλλαγές στις επικουρικές συντάξεις και τι τελικά συμφέρει τον ασφαλισμένο. Πίνακας και παραδείγματα.

Με την κεφαλαιοποίηση της επικουρικής σύνταξης (επένδυση αποθεματικών στα χρηματιστήρια και διαχείριση από ιδιώτες), ένα είναι δεδομένο: οι εισφορές που κάθε μήνα θα πληρώνει ο απασχολούμενος.

Ήτοι 6% οι μισθωτοί επί των μεικτών αποδοχών και από 42 έως 61 ευρώ ο ελεύθερος επαγγελματίας (αναλόγως ποια ασφαλιστική κλάση θα επιλέξει, το 80% πάντως έχει ήδη επιλέξει την κατώτερη).

Το τι θα πάρει πίσω εν είδει σύνταξης ο ασφαλισμένος κανείς δεν εγγυάται. Επαφίεται στην… αγορά. Δηλαδή τις αποδόσεις, τους οικονομικούς κύκλους, τις διάφορες κρίσεις (χρηματιστηριακές, υγειονομικές, πρώτων υλών ή άλλες).

Μπροστά στο θόρυβο που δημιούργησε η αποκάλυψη ότι με το νέο Ασφαλιστικό ο απασχολούμενος θα ξέρει τι (πολλά) θα πληρώνει κάθε μήνα, αλλά δεν θα ξέρει τι θα πάρει στο τέλος σαν σύνταξη, ήρθε το υπουργείο Εργασίας και εγγυήθηκε ότι ο συνταξιούχος θα πάρει πίσω (τουλάχιστον) τις εισφορές που κατέβαλε. Αν και το υπουργείο Εργασίας δεν μας λέει από πού, ποιός θα εγγυάται (πληρώνει) αυτό το μίνιμουμ (ελάχιστο), ποια κονδύλια θα διασφαλίζουν την επιστροφή των εισφορών όταν θα έχει παιχτεί και χαθεί στα χρηματιστήρια το κεφάλαιο, εν τούτοις είναι μια βάση για να γίνουν οι αναγκαίοι υπολογισμοί και συγκρίσεις. Τι συμφέρει, τελικά, τον ασφαλισμένο; Το παλαιό ή το νέο σύστημα; (Δείτε τον αναλυτικό πίνακα που ακολουθεί).

Παράλληλα, είναι τελείως βέβαιο ότι το υφιστάμενο σύστημα συμφέρει τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους. Αυτούς που επένδυσαν τις εισφορές τους στο μέλλον της εργασίας προσδοκώντας ότι όπως αυτοί στήριξαν το εισόδημα της προηγούμενης γενιάς, που τώρα απολαμβάνει στις συντάξεις της, έτσι και η επόμενη γενιά εργαζομένων θα εισφέρει προκειμένου να στηριχτεί και το δικό τους εισόδημα ως απομάχων. Όμως τώρα με την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος και των ατομικών «επενδύσεων», σπάει αυτή η συμφωνία. Το ασφαλιστικό και, κατά συνέπεια, οι ασφαλισμένοι κόβονται στα δύο.

Όπως προκύπτει από τον πίνακα που επισυνάπτεται, οι αποδόσεις στου σημερινού συστήματος είναι αισθητά υψηλότερες από τις εγγυημένες καταβολές του νέου. Βεβαίως κανείς δεν αποκλείει, αντίθετα μάλιστα, οι αποδόσεις στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα να είναι υψηλότερες σε κάποια χρονικά διαστήματα ενάρετου οικονομικού κύκλου στο μέλλον. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να σε διασφαλίσει μια μακροπρόθεσμα-σταθερή-συνεχώς θετική απόδοση.

Ειδικά για τις συντάξεις αναπηρίας και χηρείας, η εγγύηση ότι οι επικουρικές αυτών των κατηγοριών θα είναι εγγυημένα στο επίπεδο των εισφορών 15ετίας, το μόνο που διασφαλίζει είναι ότι στις δύο αυτές ευάλωτες κατηγορίες οι συντάξεις θα είναι αισθητά χαμηλότερες εν σχέσει με το υφιστάμενο σύστημα.

Από την άλλη γεννάται το ερώτημα: Γιατί το σημερινό σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης (δημόσιο ΕΤΕΑΕΠ) δίνει καλύτερες (εγγυημένες) συντάξεις, εν αντιθέσει με το ιδιωτικό-κεφαλαιοποιητικό; Η απάντηση είναι προφανείς: Γιατί το σημερινό σύστημα στηρίζεται στην εργασία και τους περισσότερους εργαζόμενους (εισφέροντες) σήμερα εν σχέσει με τους λήπτες-συνταξιούχος (2,7 εργαζόμενοι γα κάθε συνταξιούχο).

Υπάρχει και ο αντίλογος για το δημογραφικό πρόβλημα. Ότι οι γεννήσεις παραπέμπουν σε λιγότερους εργαζομένους στο μέλλον, άρα η «λύση» είναι οι ατομικοί λογαριασμοί. Το Δημογραφικό είναι όντως μείζον πρόβλημα, αλλά πρωτίστως αφορά την κύρια σύνταξη που εισφέρει το 85% του εισδοδήματος των συνταξιούχων. Άρα, το δημογραφικό πρέπει να στηριχτεί για οικονομικούς και εθνικούς λόγους.

Η επικουρική σύνταξη σε… ατομικές μερίδες προκαλεί ένα τεράστιο κενό μετάβασης από το ένα σύστημα στο άλλο (το ποιος δηλαδή θα πληρώσει τις συντάξεις της τρέχουσας γενιάς όταν οι εισφορές των νέων αποκοπούν); Και αυτό συνεπάγεται είτε κατάρρευση των επικουρικών συντάξεων στο εγγύς μέλλον, είτε αύξηση του δημοσίου χρέους (και των δημοσιονομικών προβλημάτων-ελλειμμάτων), κάτι που και πάλι θα πλήρωσει η επόμενα γενιά, δηλαδή και πάλι οι νέοι.

asfalistiko pinakas

*Νόμος Κατρούγκαλου, απόδοση 0,45% για κάθε χρόνο στην ασφάλιση επί τον μέσο μισθό όπως ισχύει για τα έτη που θα διανυθούν στην ασφάλιση από 1/1/2015. Για τα έτη πριν αυτή τη χρονολογία οι αποδόσεις είναι αισθητά υψηλότερες.

**Επί των εισφορών που καταβάλλονται αφαιρούνται έξοδα διαχείρισης, σύμφωνα με τον Π.Τσκαλογλου, της τάξης του 12%-13%.

https://www.ieidiseis.gr/