Δεν είναι μικρό πράγμα δύο πρώην πρωθυπουργοί να αντιπαρατίθενται στη δημόσια σφαίρα και μάλιστα για ένα κομβικό ζήτημα όπως αυτό των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Και ακόμη και εάν η αντιπαράθεση φαντάζει εκ πρώτης όψεως να αφορά το παρελθόν και την υστεροφημία των δύο πολιτικών, στην πραγματικότητα αποτυπώνει μια διαίρεση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της Τουρκίας και των ελληνοτουρκικών διαφορών που παραμένει ενεργή, τέμνοντας το πολιτικό σύστημα και μάλιστα με τρόπο που η διαιρετική τομή αναπαράγεται εντός των κομμάτων εξουσίας.

Η τοποθέτηση Σημίτη και υπεράσπιση της γραμμής του Ελσίνκι

Με το άρθρο του στα ΝΕΑ της 3η Απριλίου 2021 (για την ακρίβεια μια προδημοσίευση από βιβλίο του που θα κυκλοφορήσει πάνω στη στρατηγική του Ελσίνκι), ο Κώστας Σημίτης υπερασπίστηκε ουσιαστικά μια στρατηγική που διαμορφώθηκε στη δεκαετία του 1990 και η οποία κατεξοχήν συνδέθηκε με τη δική του πρωθυπουργία.

Η κατεύθυνση αυτή διαμορφώθηκε μετά την κρίση των Ιμίων, όταν έγινε φανερό ότι Ελλάδα και Τουρκία μπορούσαν να φτάσουν σε ένοπλη αντιπαράθεση. Η επιλογή που έγινε, πάνω στην ίδια την κορύφωση της κρίσης, να μην κλιμακωθεί η ένοπλη σύγκρουση και να μην ακολουθηθεί μια αντίληψη αποφασιστικής επίδειξης δύναμης, που ήταν μια διάσταση που επανερχόταν στο ελληνικό «αμυντικό δόγμα», ιδίως από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης Παπανδρέου, κυρίως επειδή θεωρήθηκε εξαιρετικά επικίνδυνη, επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα ενός διαλόγου, με αμοιβαίους συμβιβασμούς ανάμεσα στις δύο χώρες, στην προοπτική μιας πάγιας ειρήνη, ξαναπιάνοντας ένα νήμα και από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 αλλά και από πρωτοβουλίες του Παπανδρέου όπως η συνάντηση με τον Τουργκούτ Οζάλ το 1988.

Σε αυτό είχε προστεθεί και μια ορισμένη εκτίμηση του συσχετισμού δύναμης που θεωρούσε ότι το ισχυρό σημείο της Ελλάδας δεν ήταν τόσο η αμυντική της ικανότητα, όσο το γεγονός ότι ήταν ένα πλήρως ισότιμο μέλος της «ευρωπαϊκής οικογένειας», την ώρα που η Τουρκιά ακόμη το διεκδικούσε.

Ειδικά το θέμα της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας εκτιμήθηκε ότι αποτελούσε την κρίσιμη δέσμευση που θα μετασχημάτιζε τη γειτονική χώρα που δεν θα μπορούσε να μπει στην ένωση με ανοιχτά μέτωπα με κράτος-μέλος, την ώρα που οι προϋποθέσεις της ένταξης περιλάμβαναν και ένα βαθύτερο εκδημοκρατισμό, κάτι που αποτυπωνόταν και στο φάσμα δυνάμεων εντός της ίδιας της Τουρκίας που στήριζαν την ενταξιακή προοπτική.

Κατά συνέπεια, αυτό άνοιγε το δρόμο για διαπραγμάτευση στην οποία η Ελλάδα θα πήγαινε με το πιο ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί. Όμως, αυτή η προσέγγιση προϋπέθετε και μια αντίληψη των ελληνοτουρκικών διαφορών κάπως πιο ευέλικτη ως προς το ποιες ήταν οι κόκκινες γραμμές και άρα μια οριοθέτηση από σημεία αναφοράς και εθνικιστικών κύκλων στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, αναδύθηκε το ενδεχόμενο να μπορέσει να ξεκινήσει η ενταξιακή διαδικασία της Κύπρου χωρίς να προϋποτίθεται η λύση του Κυπριακού, κάτι που επιθυμούσε και η κυπριακή κυβέρνηση.

Αυτό αποτυπώθηκε στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής στο Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999. Ουσιαστικά, άνοιγε το δρόμο για την ένταξη της Κύπρου, κάνοντας σαφές ότι δεν ήταν προϋπόθεση η επίλυση του Κυπριακού, όριζε έναν ορίζοντα ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας υπό την προϋπόθεση της επίλυσης τυχόν διαφορών με άλλα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και προσανατόλιζε σε μια συνολικότερη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Η στρατηγική αυτή οδήγησε στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004. Ως προς τις ελληνοτουρκικές διαφορές θα γίνει μια προσπάθεια να διαμορφωθεί συνυποσχετικό για τη Χάγη, συμπεριλαμβανομένης και προσπάθειας συμβιβαστικής λύσης για τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο, όμως δεν θα ολοκληρωθεί στην προοπτική των εκλογών του 2004. Ως προς το Κυπριακό, το σχέδιο Ανάν, που ήταν τμήμα της ίδιας ευρύτερης δυναμικής, θα συμπεριλάβει ως προσπάθεια αποφυγής της «συνομοσπονδίας» μια λογική «μειωμένης κυριαρχίας» που θα οδηγήσει στην μαζική απόρριψή του από τους Ελληνοκυπρίους σε αντίθεση με τους Τουρκοκυπρίους που θα το υπερψηφίσουν μαζικά. Ως προς την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας, αυτή θα ξεκινήσει τελικά τον Δεκέμβριο του 2004 με απόφαση της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελών, με κυβέρνηση πια Κώστα Καραμανλή και χωρίς να έχει προηγηθεί τακτοποίηση των διαφορών Ελλάδας και Τουρκίας.

 

Η γραμμή Καραμανλή και η κριτική στο Ελσίνκι

Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση και μετά το 2004 κυβέρνηση της ΝΔ είχε μια διαφορετική αντίληψη. Θεωρούσε ότι στο Ελσίνκι, όπως και στις μετέπειτα διαπραγματεύσεις για ενδεχόμενο από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη, έγιναν υποχωρήσεις που ήταν ανεπίτρεπτες.

Ειδικότερα, θεωρήθηκε ανεπίτρεπτο το ενδεχόμενο να πάει η Ελλάδα στη Χάγη όχι μόνο για το θέμα της υφαλοκρηπίδας αλλά και για ζητήματα που αφορούν την εδαφική ακεραιότητα και κυριαρχία της χώρας όπως είναι τα θέματα των χωρικών υδάτων και των καθεστώτος νησιών και βραχονησίδων. Αυτό, επεσήμανε και ο Κώστας Καραμανλής στην απάντησή του στον Κώστα Σημίτη όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «η δήθεν «επιτυχημένη» στρατηγική του Ελσίνκι οδηγούσε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, την ελληνική κυριαρχία νησιών και βραχονησίδων, στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης! Από τα Ίμια μέχρι το Ελσίνκι, η κυβέρνηση Σημίτη ζητούσε ουσιαστικά από ΗΠΑ και Ευρωπαίους εταίρους να ωθήσουν την Τουρκία να προσφύγει στη Χάγη εναντίον μας για τα Ίμια και τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες». Φρόντιζε να συμπεριληφθούν αντίστοιχες προβλέψεις στα επίσημα Ευρωπαϊκά κείμενα. Δεν έχει ξανασυμβεί κράτος, και μάλιστα Ευρωπαϊκό, να ζητά από όλον τον κόσμο να θέσει τρίτο κράτος σε δικαστική αμφισβήτηση την εδαφική του ακεραιότητα!».

Η άλλη βασική διαφορά της «γραμμής Καραμανλή», που σε μεγάλο βαθμό απηχούσε και τις απόψεις του πολύπειρου υπουργού Εξωτερικών Π. Μολυβιάτη, ήταν ότι δεν είχαν ακόμη διαμορφωθεί όροι για πολύ τολμηρές κινήσεις σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά και ήταν προτιμότερο να αφεθεί περισσότερος χρόνος να κυλήσει, προτού ληφθούν αποφάσεις ή ξεκινήσουν πρωτοβουλίες. Αυτό φάνηκε και στον τρόπο που ενώ η κυβέρνηση Σημίτη είχε εκφράσει έντονη υποστήριξη στο Σχέδιο Ανάν, ενώ η κυβέρνηση Καραμανλή μια ιδιότυπη ουδετερότητα.

Αυτή η αντίληψη ότι δεν χρειάζεται να επιταχυνθούν διαδικασίες έπαιξε ρόλο και στην αντιμετώπιση της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Η κυβέρνηση Καραμανλή αποδέχτηκε την εκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας χωρίς επίλυση των ελληνικοτουρκικών διαφορών, με την επίγνωση ότι αυτή θα κρατούσε πολύ καιρό, τη διάχυτη αίσθηση ότι ούτως ή άλλως σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες δεν επιθυμούσαν τη διεύρυνση της ΕΕ με μια τόσο μεγάλη μουσουλμανική χώρα, και τη δυνατότητα διαρκούς εμπλοκής

Η αντίληψη ότι δεν είναι καιρός για επιθετικές κινήσεις και ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας καταγράφηκε λίγο αργότερα και στο πώς η κυβέρνηση Καραμανλή αντιμετώπισε το «Μακεδονικό» με αφορμή τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι.

Η διαρκής ένταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Όλα αυτά διαπλέκονται με μια διαρκή ένταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ως προς τα ελληνοτουρκικά.

Από τη μια, είναι σαφές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια συνολικής διαπραγμάτευσης με την Τουρκία για μια σχετική πάγια διαρρύθμιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, συνεπάγεται αναγκαστικά και αναμέτρηση και με ζητήματα που αφορούν ευρύτερα θέματα κυριαρχίας, με πιο κομβικά τα ερωτήματα που αφορούν τα χωρικά ύδατα.

Αυτό, άλλωστε, εξηγεί και γιατί τέτοια ζητήματα είναι αντικείμενο και των – μη δεσμευτικών – διερευνητικών. Αυτό επεσήμανε και ο Κώστας Σημίτης απαντώντας στη δήλωση του Κώστα Καραμανλή που απαντούσε στο άρθρο του: «Ως προς το θέμα των χωρικών υδάτων πρέπει να σημειωθεί, ότι όλες οι κυβερνήσεις (συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Κ. Καραμανλή) συζητούσαν στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών το θέμα του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης, που είναι θέμα εθνικής κυριαρχίας και συναρτάται με το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.» 

Ωστόσο, αυτό γεννά το ερώτημα εάν μπορεί να είναι λυσιτελής μια τέτοια συζήτηση, δεδομένου του τρόπου που η Τουρκία όχι μόνο στην τρέχουσα φάση της εξωτερικής πολιτικής της, αλλά συνολικότερα από τη δεκαετία του 1974 και μετά έχει μια «αναθεωρητική» αντίληψη και κλιμακούμενες «προβολές ισχύος» που μπορεί να σημαίνουν ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να γίνει διάλογος και πάνω σε αυτά τα ζητήματα να οδηγήσει σε ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις και ακόμη μεγαλύτερη τουρκική επιθετικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, είναι που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί και προτάσεις για μια πιο «πατριωτική» και επιθετική προσέγγιση, όσο και απόψεις που κυρίως επιμένουν στην ανάγκη για μια πιο προσεκτική τακτική που να αποφεύγει να δεσμεύεται, πιστεύοντας ότι αυτό το «κέρδισμα χρόνου» θα οδηγήσει σε καλύτερο συσχετισμό, ιδίως εάν υπάρχει παράλληλα και κάποιου τύπου προσπάθεια οικοδόμησης συσχετισμών ή και απομόνωσης της Τουρκίας.

Αυτή η ταλάντευση τέμνει ουσιαστικά το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, ή τουλάχιστον στο σύνολο των κομμάτων εξουσίας. Αποτελούσε ούτως ή άλλως μια διαρκή ένταση εντός του ΠΑΣΟΚ, όπου στο εσωτερικό του πάντα αναπαραγόταν μια «πατριωτική γραμμή». Στη Νέα Δημοκρατία αποτυπωνόταν ως μία από τις διαφορές ανάμεσα σε «Καραμανλικούς» (αλλά και «Σαμαρικούς» αργότερα) και τους «Μητσοτακικούς». Στο ΣΥΡΙΖΑ, παρότι παραδοσιακά προερχόταν από μια παράδοση περισσότερο «διεθνιστική» και «ευρωπαϊστική» της ανανεωτικής αριστεράς, άρα και πιο «ενδοτική» ως προς τα ελληνοτουρκική, η προσπάθεια διεκδίκησης του χώρου του παλαιού ΠΑΣΟΚ οδήγησε και σε υιοθέτηση μια πιο «ανένδοτης» ή ακόμη και «πατριωτικής» ρητορικής.

Η ανάγκη ουσιαστικής συζήτησης

Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους δύο πρώην πρωθυπουργούς μπορεί κανείς να διαπιστώσει τόσο την ένταση που περιγράψαμε, όσο και την προσπάθεια κάθε πλευράς να υποστηρίξει ότι δεν αφίσταται μιας «εθνικής γραμμής» (με τον Κ. Καραμανλή να καταγγέλλει το Ελσίνκι για ενδοτικότητα και τον Κ. Σημίτη την απόφαση της Συνόδου του 2004 για υποχώρηση έναντι της τουρκικής επιθετικότητας).

Είναι επίσης προφανές ότι πλέον είμαστε σε μια φάση όπου η Τουρκία θεωρεί ότι ο συσχετισμός έχει αλλάξει υπέρ της και αυτό εξηγεί την τρέχουσα εκδοχή προβολών ισχύος που κάνει.

Όλα αυτά επαναφέρουν τα ερωτήματα τόσο για το εάν είναι εφικτός ένας έντιμος συμβιβασμός ακόμη και σε βάρος πλευρών ενός προηγούμενου «εθνικού αφηγήματος» , ή εάν η τρέχουσα τουρκική επιθετικότητα τον καθιστά ανέφικτο, όσο και για το πώς μπορεί να υπάρξει μια ελληνική πολιτική πραγματικής άσκησης πίεσης στην Τουρκία σε όλα τα επίπεδα, με τρόπου που να μην συνεπάγεται κίνδυνο για τυχοδιωκτικές πολεμικές εμπλοκές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες τελικά απώλειες, ή εμπλοκή σε ευρύτερες γεωπολιτικές αντιθέσεις (έστω στο όνομα της προσπάθειας διαμόρφωσης συσχετισμών σε βάρος της Τουρκίας). Και όλα αυτά απαιτούν μια ειλικρινή συζήτηση, χωρίς στερεότυπα, χωρίς έμφαση στην εκ των προτέρων νομιμοποίηση και προφανώς παρουσίαση στην ελληνική κοινωνία όλων των ενδεχομένων με εμπιστοσύνη στην ικανότητά της να κρίνει.

https://www.in.gr