Έκανε ζέστη εκείνη την καλοκαιρινή μέρα, προς τα τέλη της δεκαετίας του '70 όταν ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας έφτασε αργοπορημένος στον Περισσό, εκεί που στεγαζόταν η δισκογραφική εταιρία Columbia και η Minos-Emi.

Ήταν Δευτέρα-η μέρα που σιχαινόταν πιο πολύ απ' όλες-και πήγαινε σε μια δουλειά την οποία δεν αγαπούσε καθόλου, με εξαίρεση ένα μόνο πράγμα. Σαν αποθηκάριος είχε την ευκαιρία να πιάνει πρώτος στα χέρια του όλες τις νέες ξένες κυκλοφορίες ή να πετυχαίνει παραγγελίες αγαπημένων του γκρουπ από το εξωτερικό. Η απόλυση του λίγο καιρό μετά ήταν μάλλον αναμενόμενη για τον Λάρι-το όνομα προήρθε από τα αρχικά των PLG Band-που δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τα ωράρια.

Ούτε με το σχολείο δεν τα είχε βρει αυτός ο νεαρός τότε, με το μεγάλο χαμόγελο και την αγάπη για τους Beatles, τους Rollling Stones, τους Deep Purple και την rock γενικότερα. Ο καυγάς με έναν καθηγητή του είχε ως αποτέλεσμα να αποβληθεί από όλα τα γυμνάσια της χώρας και να κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού όπως αυτή του αποθηκάριου στην Columbia, του παρκαδόρου και του σερβιτόρου.

Μέσα του όμως έκαιγε πάντα αυτή η φλόγα για την μουσική, αυτή που άναψε όταν άρχισε να κάνει μαθήματα πιάνου σε ηλικία έξι ετών και φούντωσε όταν τo 1966 στα δέκα του αγόρασε το «Help» των Beatles. Τελικά ο Λάρι χρειάστηκε να περιμένει άλλα περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν σχηματιστούν οι PLJ Band, μια μπάντα που ήθελε να κάνει πολλά, σε μια νέα δκεαετία που μόλις είχε ανατείλει.

Τα 80's ήθελαν πολλά, αλλά όχι ένα συγκρότημα που έπαιζε progressive rock και οι συνθέσεις του φλέρταραν με την βυζαντινή μουσική. Η περιπέτεια τους μόλις άρχιζε...

Το Παρίσι και ο ύπνος κάτω από γέφυρες

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ευτύχησε να γνωρίσει από μικρός τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, όπως είχε πει σε μια συνέντευξη που παραχώρησε τον Οκτώβριο του 2014, αφού ήταν φίλος του πατέρα του.

Λίγο πριν από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου των PLJ Band που είχε τον τίτλο «Arnagedon», ο Γιάννης Πετρίδης κανονίζει να μεταβούν στο Παρίσι για να ακούσουν την δουλειά τους οι Γάλλοι της Polygram.

To γκρουπ μαζεύει ότι λεφτά μπορεί και αναχωρεί με ένα παλιό Ford που είχε ο αδερφός του Λαυρέντη, το οποίο ανέβαζε κατακόρυφα θερμοκρασία όταν η ταχύτητα ξεπέρναγε τα 80 χιλιόμετρα

Φτάνουν ταλαιπωρημένοι στην Πόλη του Φωτός και αφήνουν το υλικό στην δισκογραφική, η οποία τους λέει να περιμένουν απάντηση και να μην φύγουν. Λεφτά για ξενοδοχείο δεν υπάρχουν και το συγκρότημα κοιμάται μέσα στο Ford, κάτω από γέφυρες, ενώ κάποια βράδια τριγυρνούν πεινασμένοι στους δρόμους.

Όπως θυμήθηκε ο Δημήτρης Βασαλάκης-αρχικά κιθαρίστας και μετέπειτα μπασίστας στους Τερμίτες-χρόνια μετά «στο Παρίσι μας έδιωχναν οι αστυνομικοί από τον Πύργο του Άϊφελ για το σαραβαλάκι μας τους χαλούσε το τοπίο. Έχουμε κοιμηθεί μέσα σε νεκροταφεία χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι και μας ξυπνούσαν το πρωί οι κηδείες».

Όταν δεν αντέχουν άλλο την αναμονή επιστρέφουν στην Ελλάδα και περιμένουν τηλεφώνημα από τους Γάλλους της Polygram. «Περιμέναμε το τηλεφώνημα που θα άλλαζε τη ζωή μας ενώ εγώ δεν είχα ούτε καν τηλέφωνο στο σπίτι. Κομμένο ρεύμα είχα» θα πει ο Λαυρέντης στην συνέντευξη που είχαν παραχωρήσει οι «Τερμίτες» στο «Πρώτο Θέμα».

Ο κιθαρίστας Παύλος Κικριλής είναι αυτός που βρει τον Λάρι για να του πει ότι οι Γάλλοι είπαν όχι τελικά, και οι PLJ Band υπογράφοιυν στην Polygran Ελλάδας.
Το «Armagedon» δεν θα πουλήσει τότε, ενώ και οι κριτικές είναι αρνητικές στα μουσικά περιοδικά της Ελλάδας όμως τρεις δεκαετίες μετά θεωρείται ένας αριστουργηματικός δίσκος που έχει πολύ καλά στο εξωτερικό.

Στο εσωτερικό το συγκρότημα μετονομάζεται σε «Τερμίτες» από την δικσογραφική τους η οποία τους σπρώχνει να ηχογραφήσουν με ελληνικό στίχο.

Προσωπικά βιώματα

Ο Αντώνης Μιτζέλος και πολλοί άλλοι μαζί του πιστεύουν ότι οι «Τερμίτες» γέννησαν αυτή την αστική μπαλάντα με το ποιητικό στίγμα, που έμελλε να αφήσει ανξίτηλο το στίγμα της στο ελληνικό τραγούδι.

Βοήθησαν πολλοί οι στίχοι του Μιχάλη Μαρματάκη που έγραψε μεταξύ άλλων την «Σκόνη» και μετέπειτα αυτοί του Γιάννη «Μπαχ» Σπυρόπουλου. Ο τελευταίος που έπαιζε πλήκτρα στους «Τερμίτες» είναι ένα βράδυ με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, ο οποίος αρχίζει να του διηγείται ιστορίες από την στρατιωτική του θητεία στον Έβρο. Ο Σπυρόπουλος εμπνέεται, αρχίζει να γράφει στίχους μέχρι τα ξημερώματα και έτσι γεννιέται το εμβληματικό «Διδυμότειχο Blues», στο οποίο συμμετέχει ο Γιώργος Νταλάρας. Το κομμάτι γίνεται ο ύμνος των φαντάρων και είναι ένα από αυτά που θα σημαδέψουν την καριέρα του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, ο οποίος όπως είχε δηλώσει σε συνετεύξεις του είχε εντρυφήσει σε καταχρήσεις όπως το να καπνίζει φούντα.

Ήταν μια συνήθεια που την έκοψε μαχαίρι όταν σε ένα ραντεβού με την μέλλουσα τότε σύζυγό του και μια φίλης της, έλεγε ότι του κατέβαινε στο κεφάλι. Ο γάμος του και η γέννηση της κόρης του, τον έκαναν έναν άλλο άνθρωπο που άφησε πίσω του τις νεανικές ανησυχίες ενός ροκά που γεννήθηκε θαρρείς για να γράφει ή να μελοποιοεί.

Παντρεύτηκε σε ηλικία 40 ετών με τέσσερις καλεσμένους στην Μονή Πεντέλης και συνέχισε να κάνει αυτό που ήθελε πάντα, να συνθέτει μουσική και να φτιάχνει μουσικά διαμάντια ενίοτε σκληρά όπως το «Να δεις τι σου 'χω για μετά».

Η καρδιά, το λιποθυμικό επεισόδιο και το τελευταίο βράδυ

Ο Λάρι δεν μάσαγε τα λόγια του, δεν κρυβόταν ποτέ και δεν δίσταζε να μιλήσει για όλα όταν τον ρωτούσαν στις συνεντεύξεις του να μιλήσει επί προσωπικού. Η μεγάλη καρδιά του τον είχε προειδοποιήσει πριν από λίγα χρόνια όταν έκανε επέμβαση bypass, μετά από την οποία ήρθε αντιμέτωπος με την μανιοκατάθλιψη.

Την παλεψε κι' αυτή, συνεχίζοντας μια πορεία με δεκάδες συνεργασίες και εκατοντάδες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, μόνος του, με τον Τσακνή, με τον Πορτοκάλογλου και άλλους.

Λάτρης του χιούμορ και των συζητήσεων περί μουσικής, πολιτικής και κοινωνίας, επιθυμούσε διακαώς να γίνονται περισσότερα πράγματα για τον πολιτισμό και δεν έλεγε ποτέ όχι σε όποιους ζητούσαν να τον δουν μετά από ένα live.

Σε μια τέτοια βραδιά στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο στις 23 Φεβρουαρίου, ο Λαυρέντης είναι στην σκηνή όταν αρχίζει να αισθάνεται μια δυσφορία και καταρρέει μπροστά στα μάτια του κοινού.

Επικρατεί πανικός, από τα μικρόφωνα αναζητείται γιατρός μέσα στους θεατές και οι κουρτίνες πέφτουν ώστε να μεταφερθεί ο Μαχαιρίτσας στο καμαρίνι και να του δοθούν οι πρώτες βοήθειες.

Το συμβάν έγινε λίγο πριν το τέλος του προγράμματος που είχε στήσει με τον Νίκο Πορτοκάλογλου, ο οποίος βγήκε και είπε δυο-τρία τραγούδια ακόμη, ενώ έδωσε ευχές για ταχεία ανάρρωση στον Λαυρέντη, που συνήλθε λίγο αργότερα.

Επανήλθε δριμύτερος, εξακολουθούσε να μισεί τις Δευτέρες και να λατρεύει τις περιοδείες και τα live που του έδιναν ζωή, όπως και τα βράδια μαζί με φίλους, στην Αθήνα ή αλλού.

Ήταν ένα τέτοιο βράδυ σε μια παραλία στον Βόλο που γράφτηκε το περίφημο «Πόσο σε θέλω» όπου είχαν αράξει ο Λαυρέντης και ο Γιάννης «Μπαχ» Σπυρόπουλος που άρχισε να διαβάζει τους στίχους που μόλις είχε γράψει.

Σχεδόν ταυτόχρονα ο Μαχαιρίτσας άρχισε να βρίσκει την μελωδία στην κιθάρα και μετά ο Αντώνης Μιτζέλος πρόσθεσε κάποια άλλα μουσικά μέρη, σε αυτό τον ερωτικό ύμνο.

Έναν από τους πολλούς που τραγούδησε αυτός ο αιώνιος έφηβος που απείχε πολύ από την εικόνα ενός συνήθη 60ρη, όταν τον έβλεπες στην σκηνή η μιλούσες μαζί του.
«Και τι ζητάω, τι ζητάω μια ευκαιρία στον παράδεισο να πάω...».

Ο στίχος σε ένα από τα πιο αγαπημένα του τραγούδια μετουσιώθηκε σε μια σκληρή πραγματικότητα για όλους όσους αγαπούσαν τον Λάρι, που έσβησε προδομένος από την καρδιά του.

Έσβησε την μέρα που απεχθανόταν πιο πολύ απ' όλες για να πάει να βρει τον Μπουλά, τον Τζιμάκο και τους άλλους «Εκεί στο Νότο...».

Πηγή: protothema