Καθώς η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία κινείται ανάμεσα στο «κυνήγι» της αύξησης των απόλυτων αριθμών στις αφίξεις και στις εναλλακτικές, με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, δραστηριότητες, η Ελλάδα έχει ένα «όπλο», που αξιοποιεί σε επιλεγμένα σημεία, με θεμέλιο κατά βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τον τουρισμό των καταδύσεων, που έχει κάνει σημαντικά βήματα την τελευταία δεκαετία, αλλά έχει και προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης, όπως ανέφερε στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM» ο Θανάσης Γλαρούδης, ένας από τους κορυφαίους εκπαιδευτές κατάδυσης αναψυχής στον κόσμο.

Ο κ. Γλαρούδης, ο οποίος έχει κατακτήσει μια εκ των πλέον σημαντικών τιμητικών διακρίσεων στον τομέα των πιστοποιήσεων εκπαιδευτών κατάδυσης, αφού έχει ανακηρυχθεί και «PADI PLATINUM Course Director», εστιάζει στα στοιχεία που μπορούν να εκτοξεύσουν τις προοπτικές του τομέα στη χώρα. «Έχουμε καλή βιοποικιλότητα· δεν έχουμε φυσικά τα τροπικά νερά που έχουμε στην Ερυθρά Θάλασσα ή στις άλλες περιοχές με τροπικές συνθήκες, αλλά έχουμε πολύ καλή βιοποικιλότητα και στη Μεσόγειο», αναφέρει, ενώ προσθέτει πως στους παγκοσμίως κορυφαίους καταδυτικούς τροπικούς προορισμούς είναι πολύ οργανωμένη η καταδυτική βιομηχανία, αλλά στην Ελλάδα «η όλη προσπάθεια οφείλεται πάντα σε μεμονωμένες, αυτόνομες προσπάθειες επαγγελματιών κατάδυσης».
«Έχουμε πολλά ακόμη να κάνουμε ώστε στην Ελλάδα με τα τόσα νησιά και τα χιλιόμετρα ακτής να μπορέσουμε τουλάχιστον να φέρουμε ένα τέτοιο εισόδημα  και να αναπτύξουμε τον καταδυτικό τουρισμό και την καταδυτική βιομηχανία», εξηγεί ο Έλληνας ειδικός, επισημαίνοντας πως αυτό δεν μπορεί να γίνει μεμονωμένα, αλλά να υπάρξει μια συνολική προσπάθεια από την Πολιτεία. «Να δημιουργήσουμε θαλάσσια πάρκα, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τοπικούς καταδυτικούς προορισμούς», επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, εδώ τροχοπέδη αποτελεί η γραφειοκρατία, εκτιμά ωστόσο πως εφόσον αρθούν τα εμπόδια υπάρχουν σημαντικές προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης για όσους θα επέλεγαν τις καταδύσεις αναψυχής ως επάγγελμα. «Έχει γίνει μια πολύ μεγάλη στροφή τα τελευταία χρόνια, λόγω της οικονομικής κρίσης και πολλοί, οι οποίοι ασχολούνταν με την κατάδυση, το έχουν κάνει part-time επάγγελμα», σημειώνει, εξηγώντας παράλληλα πως για το συγκεκριμένο επάγγελμα υπάρχει μεγάλη ζήτηση στο εξωτερικό.
Ως τουριστική χώρα, η Ελλάδα προσελκύει πολλούς επισκέπτες και υπάρχουν θέρετρα, που τα επιλέγουν τουρίστες με υψηλό βιοτικό επίπεδο, οι οποίοι κι έχουν ως χόμπι την κατάδυση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όπως εξηγεί ο κ. Γλαρούδης, «αναπτύσσεται, τοπικά μόνο στις συγκεκριμένες περιοχές, υψηλή ποιότητα παροχής κατάδυσης αναψυχής.

Σε γενικές γραμμές, όπως λέει, «υπάρχουν πάρα πολλά καταδυτικά κέντρα στην Ελλάδα, αλλά οργανωμένα είναι μόνο εκείνα που έχουν τη συγκεκριμένη υποστήριξη από μεγάλα resort που φέρνουν αυτόν μεγάλο όγκο πελατών από χώρες που απολαμβάνουν καλό επίπεδο ζωής. Το βασικό αυτών των τουριστών είναι πως η κατάδυση αναψυχής αποτελεί κάτι σαν οικογενειακό χόμπι».

Σε ό,τι αφορά, δε, για την ηλικιακή ομάδα-στόχο, ο κ. Γλαρούδης διατυπώνει την εκτίμηση πως η χώρα μας μπορεί να αναζητήσει την προσέλκυση δυτών με όριο ηλικίας ακόμη και κάτω από τα οκτώ έτη, «οπότε γονείς μαζί με τα παιδιά μπορούν να κάνουν κοινή δραστηριότητα στις διακοπές τους».
«Μιλάμε για το χόμπι της κατάδυσης και όχι το σπορ, οπότε είναι πολύ πιο προσιτό, έχουμε μόνο το συγκεκριμένο κατώτερο όριο ηλικίας 8 ετών ως παράμετρο και δεν χρειάζεται κάποιος να ξέρει πολύ καλό κολύμπι και να έχει σπουδαία φυσική κατάσταση για να ασχοληθεί», εξηγεί ο Έλληνας εκπαιδευτής, σημειώνοντας πως ο ενδιαφερόμενος δεν θα πρέπει να έχει κάποιο παθολογικό πρόβλημα. «Ξεκινάμε από την εκπαίδευση της πισίνας και μετά πηγαίνουμε σε πολύ ρηχά βάθη και αναπτύσσουμε σιγά σιγά τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχει ο καθένας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όσο για το τι βλέπουν περισσότερο στο βυθό όσοι κάνουν καταδύσεις στην Ελλάδα, ο κ. Γλαρούδης αναφέρει τα εξής: «Έχουμε πολύ καθαρά νερά που δεν έχουν στις τροπικές χώρες. Εκεί είναι πιο ζεστά και πιο θολά. Έχουμε λοιπόν κρυστάλλινα νερά. Δεν έχουμε κοραλλιογενείς υφάλους, αλλά έχουμε πολύ ωραίους υφάλους από βράχια, τα οποία έχουν τη δική τους βιοποικιλότητα».
Σωτήρης Κυριακίδης


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ