«Έχει γεμίσει η θάλασσα ανθρώπους, κάντε κάτι επειγόντως!»: οι γεμάτες αγωνία κραυγές των ψαράδων προς το Λιμεναρχείο Ραφήνας που ακούγονταν από τον ασύρματο ήταν αυτές που ειδοποίησαν τα παραπλέοντα σκάφη να πλεύσουν προς βοήθεια. Γιατί οι αρμόδιες Αρχές μέσα σε όλα τα άλλα ξέχασαν να ειδοποιήσουν και το Λιμενικό

Μέσα στην κόλαση της φωτιάς, η θάλασσα ήταν η σωτηρία. Εκατοντάδες άνθρωποι βούτηξαν µέσα στο νερό για να σωθούν και θαλασσοδέρνονταν επί ώρες µέχρι να βρεθεί κάποιο σκάφος να τους σώσει. Για κάποιους όμως η θάλασσα έγινε ο υγρός τους τάφο

Τώρα που οι ευθύνες αποκτούν πλέον ονοματεπώνυμο, στο κάδρο μπαίνει και το Λιμενικό Σώμα, καθώς αποδεικνύεται περίτρανα ότι μέσα στην πλήρη ασυνεννοησία, στον αποσυντονισμό και τη χαοτική κατάσταση που επικρατούσαν τις κρίσιμες ώρες στο συντονιστικό όργανο, εκτός των άλλων, ξέχασαν να ενημερώσουν το Λ.Σ. για τους εκατοντάδες ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα στη θάλασσα και πνίγονταν ο ένας μετά τον άλλον. «Έχει γεμίσει η θάλασσα ανθρώπους... Κάντε κάτι επειγόντως»: οι γεμάτες αγωνία κραυγές των ψαράδων από τα καΐκια προς το Λιμεναρχείο Ραφήνας, ώρες μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, είναι η τραγική απόδειξη ότι οι αρμόδιες Αρχές δεν είχαν ιδέα για την πραγματική εικόνα της παράλληλης τραγωδίας που εξελισσόταν δύο μίλια μακριά τους. Κι αν δεν παρέμβαιναν τα εκπαιδευμένα πληρώματα τεσσάρων επιβατηγών- οχηματαγωγών πλοίων να κάνουν έρευνα και διάσωση, όπως όφειλε να είχε κάνει εγκαίρως και συντονισμένα το Λιμενικό, τότε τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα.

 

Οι κραυγές των ψαράδων μέσα στο σκοτάδι ξεχύθηκαν από τον ασύρματο στη γέφυρα του ταχύπλοου επιβατηγού οχηματαγωγού «Super Runner» το βράδυ της περασμένης Δευτέρας.

«Έχουν περάσει οι μέρες και ακόμη τον ύπνο µας στοιχειώνει η εικόνα µε τα φοβισμένα µάτια των τριών παιδιών που διασώσαμε µμαζί µε τους γονείς τους από τη θάλασσα. Ζήσαμε ένα δράμα. Ένα δράμα. Είμαι πατέρας τριών παιδιών και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό µου αυτά που έζησα εκείνο το βράδυ», είναι τα λόγια του πλοιάρχου του «Super Runner» Γιώργου Δήμου που ήταν ο πρώτος που έκανε έρευνα και διάσωση στην περιοχή ερχόμενος από την Τήνο.

 Ένα δεύτερο πλοίο της ίδιας εταιρείας, της Golden Star Ferries, το «Super Ferry», έκανε και αυτό λίγο αργότερα έρευνα και διάσωση στην ίδια περιοχή. «Ενημερωθήκαμε από το Olympia Radio από τον Θάλαμο Επιχειρήσεων του υπουργείου Ναυτιλίας ότι αναζητούνται δέκα άτομα στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή. Πλησιάζοντας όμως προς το λιμάνι της Ραφήνας ακούγαμε µέσω ασυρμάτου συνομιλίες μεταξύ των καπετάνιων των ψαράδικων ότι υπάρχουν πολλά άτομα στη θάλασσα. ‘‘Έχει γεμίσει η θάλασσα ανθρώπους’’, φώναζαν. Μιλούσαν µε το Λιμεναρχείο. Μειώσαμε ταχύτητα, βάλαμε οπτήρες, δηλαδή παρατηρητές-µέλη του πληρώματος στην πλώρη, στη γέφυρα, δεξιά και αριστερά του πλοίου, ανάψαμε τους φακούς και αναζητούσαμε ανθρώπους στη θάλασσα. Ο λοστρόμος άκουσε μια γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια. Έκανα Κράτει τις μηχανές και γύρισα την πλώρη στον καιρό. Μέσα σε ένα λεπτό είχαμε κατεβάσει στη θάλασσα τη λέμβο ταχείας διάσωσης. Σε δύο λεπτά τούς είχανε εντοπίσει. Λόγω του κυματισμού τούς ανεβάσαμε από τον καταπέλτη. Ρωτήσαμε το ζευγάρι αν είχε ακούσει άλλους να καλούν σε βοήθεια και µας είπαν όχι. Έχουν περάσει μέρες και εμείς κάθε φορά που πλέουμε στην ευρύτερη περιοχή της Ραφήνας αναζητάμε ναυαγούς…»

 Το επιβατηγό- οχηματαγωγό «Tera Jet» βρισκόταν δεμένο στο λιμάνι της Ραφήνας τις ώρες που εκτυλισσόταν η τραγωδία. Ο πλοίαρχος Γιάννης Βουτσελάκος δεν ενημερώθηκε από τις επίσημες Αρχές, αλλά από τον διευθυντή της πλοιοκτήτριας εταιρείας SeaJets, υποναύαρχο εν αποστρατεία Νίκο Καβαλλιέρο, για να κάνει έρευνα και διάσωση. «Πήρα εντολή από τον κ. Καβαλλιέρο να ρίξουμε στη θάλασσα τη λέμβοι ταχείας διάσωσης και να κινηθούμε προς το Κόκκινο Λιμανάκι που είχε παγιδευτεί κόσμος. Έξω ήταν σκοτάδι-πίσσα, ενώ η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή από τους καπνούς και τις στάχτες. Έτσι όπως φυσούσε νόμιζες ότι ο αέρας θα σου κάψει το δέρμα. Ο κυματισμός ήταν 1,5 μέτρο και δυσκόλευε τις προσπάθειές µας αφού το βαρκάκι είναι πεντάμετρο. Οι ψαράδες µε τα δυνατά φώτα που είχαν στα καΐκια µας βοήθησαν. Το περίεργο είναι ότι ενώ ακούγαμε να πετάνε ελικόπτερα κανένα δεν έριξε φωτιστικές φωτοβολίδες, αυτές που κάνουν τη νύχτα μέρα. Αν το είχαν κάνει, θα µας είχαν βοηθήσει πολύ. Από ένα καΐκι µας είπαν να πάμε προς τα βαθιά όπου υπήρχε πολύς κόσμος. Εκεί εντοπίσαμε 13 άτομα. Όλοι τους ήταν εξαντλημένοι. Με το ζόρι καταφέραμε να τους ανεβάσουμε στη λέμβο. Εκεί εντοπίσαμε νεκρή τη 14χρονη Εβίτα. Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε προς το Μάτι όπου αντικρίσαμε περί τα 300 άτομα εγκλωβισμένα στην παραλία. Επικρατούσε πανικός. Θέλανε όλοι να επιβιβαστούν στο βαρκάκι. Υπήρχαν στην παραλία αστυνομικοί και λιμενικοί που τους συγκρατούσαν και προσπαθούσαν να τους ηρεμήσουν. Συγκεντρωθήκαμε 6-7 µμικρά σκάφη που μπορούσαν να πλησιάσουν στην παραλία και σιγά-σιγά κάνοντας πολλά δρομολόγια καταφέραμε να τους µετεπιβιβάσουµε σε πλωτά του Λιμενικού που βρίσκονταν στα ανοιχτά. Ούτε εγώ ούτε τα µέλη του πληρώματος έχουμε ξαναζήσει τέτοιες καταστάσεις. Ήταν κάτι συγκλονιστικό».

Ο τρίτος καπετάνιος που έκανε έρευνα και διάσωση κάτω από δύσκολες καταστάσεις ήταν ο Αθανάσιος Χαλάς του «Super Ferry». Μόλις µε τρία χρόνια προϋπηρεσία κατέδειξε την υψηλή κατάρτιση, το αίσθημα ευθύνης και τη ναυτοσύνη των νεότερων Ελλήνων αξιωματικών. «Φύγαμε από την Άνδρο µε προορισμό τη Ραφήνα. Ώρα 20.50, σύμφωνα µε το ημερολόγιο γέφυρας, λάβαμε σήμα από το Olympia Radio ότι υπάρχουν αγνοούμενοι. Είχαμε ήδη μια εικόνα από την τηλεόραση. Κατά τις 22.00 φτάσαμε στη θαλάσσια περιοχή. Ελαττώσαμε ταχύτητα και θέσαμε σε εφαρμογή το σχέδιο έρευνας και διάσωσης. Μετά από 20 λεπτά εντοπίσαμε ανθρώπους στη θάλασσα: επτά δεξιά του πλοίου και δύο αριστερά. Οι δύο φαίνονταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Αποφασίσαμε να διασώσουμε πρώτα αυτούς µε τη λέμβο ταχείας διάσωσης. Όλη αυτή την ώρα, η µμεγάλη µου έννοια ήταν να µην πέσουμε µε το πλοίο, που είναι µμεγάλο, πάνω σε ναυαγούς που µμπορεί να βρίσκονταν στην περιοχή και να µην τους είχαμε ακόμη εντοπίσει αφού είχε σκοτάδι. Στο μεταξύ, τα ρεύματα είχαν μετακινήσει από την αρχική θέση τόσο το πλοίο όσο και τους επτά ναυαγούς, µε αποτέλεσμα να έχουμε χάσει την οπτική επαφή. Τους εντοπίσαμε τελικά µε το στίγμα. Ήρθε και ελικόπτερο του Πολεµικού Ναυτικού που φώτισε την περιοχή και έτσι σώσαμε επτά ανθρώπους. Στη θαλάσσια περιοχή είχε καταπλεύσει πλέον και η φρεγάτα ‘‘Ελλη’’, η οποία λίγο αργότερα περισυνέλλεξε σώα µια Βελγίδα υπήκοο που ήταν σύζυγος ενός εκ των επτά που είχαμε διασώσει».

 

ΧΑΘΗΚΕ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

«Όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες ανθρώπων που βρέθηκαν στη θάλασσα, χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Και ο χρόνος σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι κρίσιμος παράγων», επεσήμανε στο «ΘΕΜΑ» ο υποναύαρχος Λ.Σ. Νίκος Σπανός, από τους πιο έμπειρους αξιωματικούς σε θέματα έρευνας και διάσωσης, µε συγγραφικό έργο πάνω στα θέματα αυτά, τον οποίο η ηγεσία του ΥΝΑ - Λ.Σ. τον έχει στον πάγο. «Από τη στιγμή που ξεκίνησε η πυρκαγιά έπρεπε να κινητοποιηθεί άμεσα ολόκληρος ο μηχανισμός και να σπεύσουν από νωρίς σκάφη του Λιμενικού και ιδιωτικά κατά μήκος της ακτογραμμής ώστε να διασώζουν όποιον πέφτει στη θάλασσα. Έπρεπε να ενεργοποιηθεί σχέδιο διαφυγής και διάσωσης σε συνεργασία µε τη Γενική Γραμματεία α Πολιτικής Προστασίας που έχει τον συντονισμό των ενεργειών. Από όσα προκύπτουν φαίνεται ότι στο πεδίο δράσης -στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του συμβάντος- δεν υπήρχε ο λεγόμενος συντονιστής επί σκηνής (on-scene commander - OSC) ο οποίος από κοινού µε το Κέντρο Επιχειρήσεων του ΥΝΑ συντονίζει την επιχείρηση. Αν συνέβαινε αυτό, δεν θα είχαμε τόσους αγνοούμενους και πνιγμένους. Σε τέτοιες καταστάσεις πρέπει να κινηθείς άμεσα. Να φέρεις πλωτά κατά μήκος της παραλίας και ανθρώπινο δυναμικό διά παν ενδεχόμενο. Πρέπει να βρίσκεσαι σε ετοιμότητα και ας µη χρειαστεί να παρέμβεις» υποστηρίζει ο κ. Σπανός.

Μ. Τσαμόπουλος

Εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 29-7-2018