Στις 8 Ιουνίου 1995, η τουρκική Εθνοσυνέλευση, με ομόφωνη απόφασή της, εξουσιοδότησε την κυβέρνηση της σκληροπυρηνικής Τανσού Τσιλέρ να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, περιλαμβανομένων και των στρατιωτικών, εναντίον της Ελλάδας, σε περίπτωση που η τελευταία επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα (αιγιαλίτιδα ζώνη) από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια. Ακόμη, το ίδιο κείμενο κατέθετε τον αστείο ισχυρισμό ότι επρόκειτο για παραβίαση της Συνθήκη της Λωζάννης, καθώς ανατρεπόταν, σύμφωνα με τους Τούρκους, η ισορροπία που είχε καθιερώσει η εν λόγω συνθήκη! Τότε, την επικαλούνταν. Σήμερα, επιθυμούν την κατάργηση ή (τουλάχιστον) την αναθεώρησή της.

Το τουρκικό ψήφισμα προσπάθησε να προλάβει τετελεσμένα γεγονότα από ελληνικής πλευράς, καθώς την ίδια περίοδο στην Ελλάδα κυρώθηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (Ν.2321, ΦΕΚ 136, 23.6.1995), που έδινε στη χώρα μας το δικαίωμα να επεκτείνει μονομερώς τα χωρικά της ύδατα από τα 6 στα 12 ν.μ.

Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, το casus belli αποτέλεσε νίκη των σκληρών της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας. Η απόφαση προετοιμάστηκε και προωθήθηκε από τον Μουμτάζ Σοϊσάλ, ακραίο σωβινιστή, που κατείχε τη θέση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, με τη σύμφωνη γνώμη της Τσιλέρ και του στρατιωτικού-διπλωματικού κατεστημένου της χώρας. Η όλη προετοιμασία του ψηφίσματος ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της απουσίας του τότε υπουργού Εξωτερικών, Ερντάλ Ινονού (γιός του Ισμέτ Ινονού), ο οποίος θεωρούνταν περισσότερο διαλλακτικός στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι απόψεις του τότε αντιπροέδρου της κυβέρνησης Τσιλέρ, Χικμέτ Τσετίν (Το Βήμα, 11.6.1995).

Η τότε ελληνική κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του τουρκικού ψηφίσματος, δήλωσε ότι θα αναλάμβανε διεθνή διπλωματική εκστρατεία για την καταγγελία της τουρκικής πρόκλησης για τα 12 μίλια, προχωρώντας σε διαβήματα στους διεθνείς οργανισμούς (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ). Παράλληλα, η Αθήνα ενημέρωσε τη διεθνή κοινότητα για τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή η προκλητική συμπεριφορά της Άγκυρας, η οποία για πρώτη φορά απειλούσε ευθέως με πόλεμο στην περίπτωση που η Ελλάδα ασκούσε το δικαίωμα της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια.

Η ελληνική κυβέρνηση επαναλάμβανε την πάγια θέση της, ότι «ο καθορισμός της έκτασης των χωρικών υδάτων αποτελούσε εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα, το οποίο θα ασκηθεί όταν κριθεί σκόπιμο». O τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου πίστευε ότι τα προβλήματα με την Άγκυρα θα συνεχίζονταν, κάτι που οφειλόταν, όπως ο ίδιος θεωρούσε, και στις εσωτερικές δυσκολίες (διαμάχη κεμαλιστών-ισλαμιστών) που αντιμετώπιζε η Τουρκία (Το Βήμα, 11.6.1995). Άρα, επρόκειτο για κινήσεις "εσωτερικής κατανάλωσης", αλλά και για προσπάθεια υποβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας, τη στιγμή μάλιστα που η Ελλάδα προσπαθούσε να αποκτήσει διαμεσολαβητικό ρόλο στα Βαλκάνια.

Πυρά από την αντιπολίτευση - υποτονικά τα ΜΜΕ 

Στο πνεύμα των δηλώσεων της κυβέρνησης, ήταν και εκείνες της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία όμως ασκούσε κριτική στην τακτική της κυβέρνησης Παπανδρέου. Ο τότε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Μιλτιάδης Έβερτ, υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε υποτονικά και ζητούσε σκληρότερη αντιμετώπιση της τουρκικής πρόκλησης, ενώ πίστευε ότι έπρεπε να καταστήσει σαφές στην Τουρκία ότι η συμπεριφορά της την έθετε εκτός ευρωπαϊκής προοπτικής.

Η Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά καταμαρτυρούσε συμπόρευση κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης στην υποχωρητικότητα που αποθράσυνε, κατά την άποψή της, την Άγκυρα, η οποία απειλούσε τώρα την Ελλάδα με πόλεμο. Ακόμη, το ίδιο κόμμα πίστευε ότι η προσκόλληση στις ΗΠΑ περιόριζε τα περιθώρια τακτικών ελιγμών. Από την πλευρά του, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος μιλούσε για καλλιέργεια κλίματος έντασης από το ψήφισμα της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι με τη στάση της συνέβαλε στην κλιμάκωση της έντασης, ενώ, κατά το ίδιο, η κρίση ενίσχυε την αμερικανική και την νατοϊκή μεσολάβηση στο Αιγαίο (Το Βήμα, 11.6.1995).

Ταυτόχρονα, μια μερίδα του πολιτικού κόσμου ζητούσε την αναστολή των διαδικασιών για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την ΕΕ λόγω των απειλών της σε βάρος της Ελλάδας. Κατά τους ίδιους, το casus belli αποδείκνυε πόσο τραγικό λάθος ήταν η άρση του ελληνικού βέτο για την τελωνειακή ένωση, χωρίς ανταλλάγματα από την πλευρά της Τουρκίας.

Είναι γεγονός ότι ήταν ελάχιστα τα δημοσιεύματα στον ελληνικό Τύπο για το ζήτημα του τουρκικού casus belli. Θα λέγαμε ότι το ζήτημα πέρασε στα "ψιλά γράμματα" των εφημερίδων ή τουλάχιστον δεν τονίστηκε ιδιαίτερα. Ο Τύπος της εποχής ασχολούνταν κυρίως με ζητήματα, όπως το Σκοπιανό, η γιουγκοσλαβική κρίση, οι ελληνικές πρωτοβουλίες για την επίτευξη βιώσιμης λύσης στο Βοσνιακό (βλ. ζήτημα απελευθέρωσης κυανόκρανων), το θέμα της Διακυβερνητικής του 1996 για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, τα ζητήματα των ΝΑΤΟϊκών στρατηγείων της Λάρισας και οι κομματικές διεργασίες στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Tο ΝΑΤΟϊκό παράδοξο

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στη Σύνοδο των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ (DPC), που πραγματοποιήθηκε την ίδια μέρα με τη ψήφιση του casus belli από πλευράς Τουρκίας, η Αθήνα εμφανίστηκε διαλλακτική και απέφυγε να διαμαρτυρηθεί για τις τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο, αφήνοντας να περάσει σχεδόν απαρατήρητη η απειλή πολέμου της Άγκυρας προς τη χώρα μας σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών υδάτων της στα 12 μίλια. Η Αθήνα επικεντρώθηκε κυρίως στο ζήτημα της ενεργοποίησης των ΝΑΤΟϊκών Στρατηγείων (Νότια Πτέρυγα του ΝΑΤΟ).

Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα, σε μία χειρονομία καλής θελήσεως, ήρε το βέτο της για τη συμμαχική χρηματοδότηση του Στρατηγείου της Σμύρνης. Βεβαία, το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε την τουρκική πλευρά να παραμείνει προσκολλημένη σε μια άκαμπτη και αδιάλλακτη στάση κατά τη διάρκεια των εργασιών της συνόδου του ΝΑΤΟ (Το Βήμα, 11.6.1995).

Αναφορικά με την ελληνική "υποχωρητικότητα", ο Τύπος της εποχής έγραφε ότι ήταν η πρώτη φορά από το 1974 που σε συνεδρίαση υπουργών Άμυνας της Συμμαχίας, ο Αμερικανός και ο Γερμανός υπουργός Άμυνας πήραν το μέρος της Αθήνας στο θέμα των Στρατηγείων, εγκαταλείποντας τη πάγια συμμαχική πολιτική των ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

Προξενεί απορία, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τους αρθρογράφους των εφημερίδων της εποχής, το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζεται να υιοθετεί μία διαλλακτική θέση έναντι της Τουρκίας, ακριβώς την ίδια μέρα όπου η χώρα αυτή την απειλούσε με πόλεμο. Βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση διατείνονταν ότι στόχος της ήταν η απομόνωση της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ, πράγμα που το πέτυχε, όπως ισχυρίστηκε τότε. Ωστόσο, σε επίπεδο εντυπώσεων, η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε υποχωρητική ή να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος της τουρκικής επιθετικότητας, τη στιγμή που η Άγκυρα είχε ανέβει ένα ακόμα σκαλοπάτι στη κλίμακα των διεκδικήσεων της σε βάρος της χώρας μας.

Η εξίσωση θύτη και θύματος

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μετά την ψήφιση του casus belli, ο αμερικανικός παράγοντας προέτρεψε την Ελλάδα και την Τουρκία να προωθήσουν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης στο Αιγαίο! Η κυβέρνηση Παπανδρέου απέρριψε τις αμερικανικές προτάσεις, τονίζοντας ότι η Τουρκία ήταν αυτή που προκαλούσε στο Αιγαίο και δεν εφάρμοζε το Μνημόνιο της Βουλιαγμένης μεταξύ των Παπούλια και Γιλμάζ, που προέβλεπε επαρκή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (Το Βήμα, 18.6.1995).

Η άμεση αμερικανική παρέμβαση και προς τις δύο πλευρές είχε ως αποτέλεσμα να μην φορτιστεί περισσότερο η ατμόσφαιρα. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι ήρθησαν οι γνωστές τούρκικες διεκδικήσεις. Αυτές συνέχιζαν να υπάρχουν και έγιναν εντονότερες. Η αμερικανική παρέμβαση οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση στο να υποτιμήσει το τουρκικό casus belli.

Την ίδια στιγμή, η διατήρηση χαμηλών τόνων, κατόπιν πιέσεων της Ουάσιγκτον, όσον αφορά την ελληνική αντίδραση, ήταν η γραμμή που ακολούθησε η Αθήνα, κερδίζοντας μόνο την ανέξοδη στήριξη των συμμάχων στη τελευταία σύνοδο υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ. Οι Τούρκοι, εξάλλου, γνώριζαν πολύ καλά ότι τυχόν αμερικανική παρέμβαση, που θεωρούνταν σίγουρη, θα οδηγούσε σε εξίσωση θύτη και θύματος.

https://slpress.gr/