Από την άνοιξη του 2020, πριν ακόμα καταλαγιάσει το σοκ από το πρώτο lockdown, πολλές φαρμακευτικές εταιρείες επιδόθηκαν στην μάχη για την εύρεση της κατάλληλης αγωγής κατά του κορωνοϊού. Κάποια φάρμακα φάνηκαν αρχικά να αντιμετωπίζουν τον ιό, όμως τελικά δόθηκε έμφαση στα εμβόλια, με σκοπό την εξάλειψη της νόσου. Καλώς ή κακώς, η στρατηγική αντιμετώπισης της πανδημίας καθοδηγήθηκε από πολιτικού χαρακτήρα αποφάσεις.

Τα μέτρα και οι τομείς στους οποίους οι περισσότερες χώρες έδωσαν προτεραιότητα είχαν στόχο κυρίως την άμεση προστασία της ζωής, με αποτέλεσμα να διαμορφώσουν συνθήκες εγκλεισμού, επειδή το εκάστοτε σύστημα υγείας δεν μπορούσε να στηρίξει τις αυξημένες ανάγκες νοσηλείας σε εντατικές μονάδες θεραπείας. Ορισμένες χώρες, όπως η Σουηδία και η Φινλανδία, ακολούθησαν αρχικά την ανοσία της αγέλης, αλλά μετά από αξιολόγηση της πορείας άλλαξαν στρατηγική.

Η διεθνής κοινότητα λοιπόν “ζήτησε” από την επιστημονική κοινότητα να εστιάσει κυρίως στη δημιουργία αποτελεσματικού εμβολίου. Μετά από εντατική δουλειά, άρχισαν να εμφανίζονται τα πιο αξιόπιστα από τα εκατοντάδες υποψήφια εμβόλια. Το ενδιαφέρον ήταν έντονο για τα εμβόλια των Pfizer/BioNTech και Moderna, που στηρίζονται στο mRNA του ιού και απαιτούν ειδικές συνθήκες φύλαξης.

Ο εμβολιασμός με mRNA εμβόλιο

Τα εμβόλια που βασίζονται στο mRNA προϋποθέτουν δύο δόσεις εμβολιασμού για πλήρη προστασία του οργανισμού. Το διάστημα μεταξύ των δύο δόσεων πρέπει να είναι 3-4 εβδομάδες, καθώς η πρώτη δόση διδάσκει στο ανοσοποιητικό ποιος είναι ο ιός και η δεύτερη δημιουργεί τη μακροπρόθεσμη προστασία και μνήμη. To mRNA θα μεταφραστεί στο κυτταρόπλασμα χωρίς να εισέρχεται στον πυρήνα του κυττάρου. Γι' αυτό η δεύτερη δόση πρέπει να γίνει σε μικρότερο χρονικό διάστημα από ό,τι των εμβολίων που βασίζονται σε DNA αδενοϊών.

Το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) αναφέρει ότι τα εγκεκριμένα εμβόλια Covid-19 «δεν είναι εναλλάξιμα» και ότι «η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα ανάμειξης δεν έχουν αξιολογηθεί», καταλήγοντας πως καθένας πρέπει να λάβει δύο δόσεις του ίδιου εμβολίου. Αυτό ίσως δίνει μια πρώτη απάντηση στα ερωτήματα για τον τρόπο διαχείρισης των διαθέσιμων εμβολίων. Όπως διαβάσαμε στο διεθνή Τύπο, υπήρξαν διλήμματα για το αν θα ήταν καλύτερο να εμβολιαστεί μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού με μία δόση και όχι μικρότερη με δύο.

Όμως, για να δοθεί έγκριση σε εμβόλιο πρέπει η αποτελεσματικότητα της πρώτης δόσης να είναι πάνω από το 50%, όρος που καλύπτεται από τα εμβόλια της Pfizer και της Moderna, καθώς και της AstraZeneca. Η δεύτερη όμως δόση είναι αυτή που εξασφαλίζει το πολυπόθητο 95% της αποτελεσματικότητας των εμβολίων της Pfizer και της Moderna (Speed Versus Efficacy: Quantifying Potential Tradeoffs in COVID-19 Vaccine Deployment/ACP Journals, 5/01/2021).

Η “παραδοσιακή” συνταγή

Το εμβόλιο της  AstraZeneca και της Οξφόρδης βασίζεται σε δίκλωνο DNA τροποποιημένου αδενοϊού που μιμείται την πρωτεΐνη-ακίδα του κορωνοϊού. Αυτό δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης βαθιάς κατάψυξης όπως τα προηγούμενα παρά μόνο διατήρηση σε θερμοκρασίες ψυγείου 2-8° Κελσίου. Kι αυτό απαιτεί δύο δόσεις με διάστημα μεταξύ τους περίπου 12 εβδομάδων για να επιτευχθεί 80% αποτελεσματικότητα (Safety and efficacy of the ChAdOx1 nCoV-19 vaccine (AZD1222) against SARS-CoV-2/The Lancet 397, ISSUE 10269, P99-111).

Ο τρόπος δράσης του θυμίζει τον κλασικό σχεδιασμό εμβολίων μιας και ο τροποποιημένος αδενοϊός μεταναστεύει στον πυρήνα του κυττάρου και δημιουργεί το καλούπι mRNA για την πρωτεΐνη του κορωνοϊού. Αυτό με τη σειρά του μεταναστεύει στο κυτταρόπλασμα και αναγνωρίζεται από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού μας συστήματος για τη δημιουργία κατάλληλων αντισωμάτων και τη δημιουργία κυττάρων μνήμης.

To εμβόλιο Sputnik V, που παρασκευάζεται από το ρωσικό ινστιτούτο επιδημιολογίας και μικροβιολογίας Gamaleya, χρησιμοποιεί παρόμοιο μηχανισμό με το εμβόλιο της AstraZeneca, αλλά με δύο διαφορετικούς φορείς αδενοϊού, ενώ η αποτελεσματικότητά του φαίνεται να είναι πάνω από 90% με τη μία δόση. Ούτε αυτό απαιτεί ειδικές συνθήκες φύλαξης παρά μόνο συνήθεις θερμοκρασίες ψυγείου.

Επικεντρώνοντας στην εξάλειψη της νόσου

Η επιστημονική κοινότητα έδωσε σειρά από λύσεις και ήταν αποτέλεσμα πολιτικού σχεδιασμού το να δοθεί προτεραιότητα στον εμβολιασμό, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται το απαραίτητο τείχος ανοσίας. Απαιτείται επίπεδο ανοσίας 70% του γενικού πληθυσμού για να εξαλειφθεί μία νόσος. Η εισαγωγή τροποποιημένου DNA ενός αδενοϊού στον πυρήνα του κυττάρου ακούγεται τρομακτική.

Δημιουργεί σύγχυση και ανησυχία η διατύπωση της σκέψης ότι το mRNA δεν εισέρχεται στον πυρήνα, αλλά μεταφράζεται κατευθείαν στο κυτταρόπλασμα. Ωστόσο, αυτές οι διαδικασίες δεν είναι διαδικασίες που επινοήθηκαν από την επιστημονική κοινότητα. Είναι ο κλασικός τρόπος λειτουργίας του ανθρώπινου γονιδιώματος για να χρησιμοποιήσει κατάλληλα την πληροφορία που είναι κωδικοποιημένη σε αυτό.

Το γενετικό υλικό του ανθρώπου είναι το δίκλωνο DNA και αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου πολλαπλασιάζεται και μεταγράφεται. Το μόριο που προκύπτει από τη μεταγραφή είναι το mRNA. Αυτό θα βγει από τον πυρήνα του κυττάρου στο κυτταρόπλασμα για να μεταφραστεί σε πρωτεΐνη ή σε άλλα μόρια που θα χρησιμοποιηθούν από τον ανθρώπινο οργανισμό.

Όλα τα παθογόνα χρησιμοποιούν αυτούς τους μηχανισμούς για να αντιγράψουν τον εαυτό τους, δηλαδή να πολλαπλασιαστούν. Αυτό σημαίνει ότι από τα υλικά των ιών που έχουν χρησιμοποιηθεί στα νέα εμβόλια απλά έχουν αφαιρέσει την “κακή” παθογένεια και αφήνουν τον ιό να αντιγραφεί και να μεταφραστεί για να μπορεί να αναγνωριστεί από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού.

Περί παρενεργειών και γενετικής τροποποίησης

Είναι λογικό να υπάρχουν επιφυλάξεις για τα εμβόλια, μια και η διαδικασία έγινε πολύ γρήγορα και η φάση ΙΙΙ των κλινικών ερευνών ήταν μικρή για να καταγραφούν και να μελετηθούν οι ανεπιθύμητες δράσεις όπως θα έπρεπε. Οι ανησυχίες έγκεινται στην επιγενετική κυρίως δράση του mRNA, δηλαδή του μορίου που βρίσκεται απευθείας στο κυτταρόπλασμα και δεν έχει περάσει από τους μεταγραφικούς μηχανισμούς του κυττάρου.

Την ύπαρξη αυτού του μορίου τη γνωρίζουμε χρόνια, αλλά δεν έχουμε μελετήσει τις επιγενετικές δράσεις που μπορεί να επιφέρει στο κύτταρο, δηλαδή τις δράσεις που μπορούν με κάποιο τρόπο να επηρεάσουν το μεταβολισμό του κυττάρου. Είναι μία μέθοδος που μπορεί να λειτουργήσει μιας και αξιοποιεί τους φυσικούς μηχανισμούς του κυττάρου, αλλά δεν είναι η πεπατημένη οδός για τη δημιουργία εμβολίων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορεί να αποτελέσει έναν νέο και πιο γρήγορο τρόπο αντιμετώπισης.

Μία από τις ανεπιθύμητες δράσεις του εμβολίου (Pandemrix/GSK) κατά της γρίπης Η1Ν1, με έξαρση το 2009 ήταν η ναρκοληψία, γι’ αυτό και το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων προχώρησε στις αντίστοιχες μελέτες, από τις οποίες φάνηκε ότι αυτά τα περιστατικά ήταν εστιασμένα περισσότερο στη Φινλανδία και συνδέονταν με τα γαλακτώδη μυκηλιακά έκδοχα AS03 που χρησιμοποιούνταν ως επικουρικά για τη σύνθεση του εμβολίου.

Έτσι το εμβόλιο της GSK δεν αδειοδοτήθηκε στις ΗΠΑ. Πάντως, περαιτέρω μελέτες δεν κατάφεραν να κάνουν απευθείας συσχέτιση του εκδόχου AS03 με αύξηση των περιστατικών ναρκοληψίας κι έτσι η χρήση του συνεχίστηκε. Στα mRNA εμβόλια χρησιμοποιούνται τα έκδοχα ALC-0315, ALC-0159 (Summary of the Public Assessment Report for Pfizer/BioNTech COVID-19 vaccine /UK GOV) και άλλα για τα οποία ακόμη δεν έχουν καταγραφεί ανεπιθύμητες δράσεις.

Αυτό που μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε λοιπόν είναι ότι κανένα εμβόλιο δεν μπορεί να μας κάνει τροποποίηση του γενετικού μας υλικού ή να περιέχει πληροφορία που με κάποιο τρόπο να αλλάζει αυτό που είμαστε. Για να έχουμε πλήρη εικόνα για την ασφάλεια των εμβολίων, πρέπει να αναζητήσουμε τους όποιους κινδύνους στα έκδοχα και τα συντηρητικά που χρησιμοποιούνται και όχι τόσο στα στελέχη των διαφόρων ιών ή βακτηρίων.

Η πραγματική ατομική ευθύνη

Με απλά λόγια, ο εμβολιασμός μάς φέρνει σε επαφή με κάποιες ουσίες που μπορεί να είναι τοξικές και έτσι να προκαλέσουν κάποιες ανεπιθύμητες βλάβες σε διάφορα συστήματα του οργανισμού μας. Πολλά από τα έκδοχα έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση περιστατικών αυτισμού και γι' αυτό απαιτούνται αρκετά χρόνια παρακολούθησης, ώστε οι ανεπιθύμητες δράσεις να περιορίζονται στο ελάχιστο.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι, αφού για κάθε εμβόλιο υπάρχουν πάντοτε μικρά ποσοστά ανεπιθύμητων δράσεων, αξίζει να επενδύσουμε στην εύρεση φαρμάκων που θα μπορούν να δράσουν προληπτικά και να έχουν χαμηλότερο κόστος. Μία τέτοια απάντηση ήταν αρχικά το remdesivir και αργότερα το ivermectin και για αντίστοιχους λόγους έχει ξεκινήσει και η συζήτηση για τη χρήση μονοκλωνικών αντισωμάτων που έχουν μεγαλύτερο κόστος.

Η επιστημονική κοινότητα ήταν ενεργή και παρούσα για να δώσει λύσεις είτε ζητήθηκαν φάρμακα είτε ζητήθηκαν εμβόλια, οι αποφάσεις όμως είναι πολιτικές. Γι’ αυτό και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις του εγκλεισμού ή της παραμέλησης των απλών συνθηκών υγιεινής και παρακολούθησης της υγείας.

Η απόφαση για εμβολιασμό πρέπει να παρθεί ανάλογα με τις συνθήκες διαβίωσης του κάθε ανθρώπου. Ενδεχομένως εκείνοι που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και έρχονται σε επαφή με κόσμο, λόγω συνθηκών δουλειάς, έχουν περισσότερα να κερδίσουν από όσο τελικά κινδυνεύουν από τις μη καταγεγραμμένες ανεπιθύμητες δράσεις. Όμως, η ατομική ευθύνη ξεπερνά τα όρια της χρήσης μάσκας και των εμβολίων. Έχει να κάνει με την καθημερινή φροντίδα της υγείας και της άμυνας του οργανισμού μας, τις οποίες παραμελούμε πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε.

https://slpress.gr/koinonia/prepei-na-anisychoyme-...