Υπό το καθεστώς εύλογων ανησυχιών ότι επίκειται επανάληψη του σεναρίου της Αφρίν (σε Αμούντα, Καμισλί, Ντερέκ και Κομπάνι), η τουρκική και η αμερικανική πλευρά συμφώνησαν (7/8/2019) στη συγκρότηση ενός κοινού κέντρου επιχειρήσεων στην Τουρκία για τον συντονισμό/διαχείριση μιας προγραμματισμένης ασφαλούς ζώνης στη Βορειοανατολική Συρία. Πρόκειται για εξέλιξη που φαίνεται να μειώνει την πιθανότητα επικείμενης τουρκικής στρατιωτικής δράσης ή απλά να την καθυστερεί.

Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι είχαν διαφορετικούς στόχους όταν συζητούσαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ασφαλούς ζώνης στο συριακό έδαφος.

Ειδικότερα οι προτάσεις των ΗΠΑ επικεντρώθηκαν στον στενό στόχο της ασφάλειας των τουρκικών συνόρων αλλά η Τουρκία –σύμφωνα με αμερικανικούς κύκλους- οραματιζόταν κάτι αντίστοιχο της Αφρίν, η οποία τώρα ελέγχεται απόλυτα από τους Σύρους αντάρτες, που είναι στενοί σύμμαχοι της.

Παράλληλα, στόχος του Ερντογάν ήταν και η υποχώρηση της εσωτερικής πολιτικής πίεσης που του ασκείται λόγω της αυξανόμενης εχθρότητας προς τον υπέρογκο συριακό προσφυγικό πληθυσμό στην Τουρκία (3,6 εκατομμύρια), μέσω της εγκατάστασης δεκάδων χιλιάδων Σύρων στην υπό δημιουργία ασφαλή ζώνη.

Το περιεχόμενο της Συμφωνίας
Όμως τί πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών, επειδή η λακωνική ανακοίνωση του Τουρκικού ΥΠΕΞ και της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Άγκυρα περιέχει ασαφείς λέξεις ενώ στερείται χρονοδιαγράμματος και συγκεκριμένης πρότασης για την ασφαλή ζώνη (μέγεθος, βάθος κλπ);

Σύμφωνα με Τούρκους αναλυτές

– Οι ΗΠΑ επέτρεψαν στην Τουρκία τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας 14 χιλιομέτρων, η οποία περιλαμβάνει μια αποστρατικοποιημένη στρατιωτική περιοχή βάθους 5 χλμ. στη Βόρεια Συρία.

– Η Ουάσινγκτον πρότεινε μια ζώνη ασφαλείας δύο επιπέδων η οποία θα περιλαμβάνει μια αποστρατικοποιημένη  περιοχή πέντε χιλιομέτρων, ενισχυμένη από επιπλέον εννέα χιλιόμετρα απαλλαγμένα από βαρέα όπλα.

 Η συμφωνία είναι αντίθετη με τα τουρκικά συμφέροντα δεδομένου ότι η Τουρκία προέβη σε  τεράστιες υποχωρήσεις/παραχωρήσεις. Ειδικότερα:

(1) Tης απαγορεύτηκε κάθε μονομερής επέμβαση κατά του YPG.

(2) Συγκροτεί Συντονιστικό Κέντρο με τις ΗΠΑ, γεγονός που σημαίνει ότι θα ζητάει πάντα την άδεια τους για να δράσει.

(3) Εγκαινιάζονται περιπολίες τύπου Mανμπίτζ, ο οδικός χάρτης για το οποίο απέτυχε.

(4) Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα.

(5) Το YPG παραμένει εκεί όπου βρίσκεται.

(6) Oι ΗΠΑ και το YPG κέρδισαν χρόνο.

Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι δεν θα της επιβληθούν κυρώσεις για τους S-400.

Οι ίδιοι κύκλοι θεωρούν πως η συμφωνία για τη δημιουργία ασφαλούς ζώνης δεν λειτουργεί εξαρχής, εφόσον οι ΗΠΑ συνεχίζουν να εξοπλίζουν το YPG. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται και από τηλεοπτικές εκπομπές όπως αυτή του κρατικού δικτύου «TRT World Now» (10/8), στην οποία αναφέρθηκε πως «η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αποστέλλει εξοπλισμό στρατιωτικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης στην περιοχή που κατέχεται από τους τρομοκράτες του YPG / PKK, ανατολικά του Ευφράτη». Το τουρκικό δίκτυο έκανε λόγο για την αποστολή στο YPG / PKK, 70 φορτηγών με τεθωρακισμένα στρατιωτικά οχήματα, προκατασκευασμένα κτίρια και δεξαμενές καυσίμων, προβάλλοντας και σχετικό βίντεο. Επιπλέον, προσκεκλημένοι πολιτικοί αναλυτές υποστήριξαν πως η Τουρκία εξαντλεί κάθε διπλωματική προσπάθεια, αλλά οι ΗΠΑ υπονομεύουν τις δικές τους.

Η συγκεκριμένη τηλεοπτική μετάδοση πυροδότησε έντονες αντιδράσεις στην τουρκική κοινή γνώμη, που θεωρεί πως η Τουρκία χάνει το χρόνο της στις ατέρμονες συζητήσεις με τις ΗΠΑ. Ωστόσο η τουρκική ελίτ είναι της άποψης πως ορθώς διεξάγονται συνεχείς (αναποτελεσματικές) διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς, καθώς έτσι νομιμοποιείται μια (μελλοντική) μονομερής τουρκική στρατιωτική επιχείρηση. Η διοίκηση Ερντογάν, όπως διατείνονται, θέλει να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι είναι στη σωστή πλευρά της ιστορίας, δίνοντας στους Αμερικανούς πολλές ευκαιρίες προκειμένου να αποφευχθεί μια νέα σύγκρουση.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Επειδή διακινείται και η αντίθετη άποψη πως η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με το αποτέλεσμα των τοπικών εκλογών στην Τουρκία, όσο και με το ζήτημα των S-400.

Σύμφωνα μ΄αυτή την άποψη, η εκκωφαντική ήττα του Ερντογάν σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη δημιούργησε ισχυρούς τριγμούς στην παντοδυναμία του ΑΚΡ, εν μέσω μιας αδύναμης οικονομίας που στο παρελθόν αποτελούσε σημαντικό διαπραγματευτικό επιχείρημα υπέρ του κυβερνώντος κόμματος. Και ως γνωστόν, η συσπείρωση του τουρκικού λαού γύρω από τη σημαία αποτελεί την πλέον προσφιλή –και δοκιμασμένη- μέθοδο για τη μείωση των φυγόκεντρων τάσεων. Ως εκ τούτου, μια νέα στρατιωτική επιχείρηση στη ΒΑ Συρία έρχεται στο προσκήνιο, διανθισμένη με ειδήσεις σχετικά με έναν «διάδρομο ειρήνης» και την εξάλειψη «του εχθρού» καθώς και με αλλεπάλληλες εικόνες που δείχνουν άρματα μάχης και στρατιώτες να συγκεντρώνονται στα σύνορα. Άλλωστε η Άγκυρα, γνωρίζοντας πολύ καλά την Ουάσιγκτον επί σειρά δεκαετιών καθώς και την αμερικανική πολιτική στη Μ. Ανατολή, θεωρούσε -και εξακολουθεί να θεωρεί- βέβαιο πως οι απειλές της θα οδηγήσουν σε κάποιο συμβιβασμό. Οπότε, ως δεινός διαπραγματευτής, αναφέρεται καθημερινά σε μια επικείμενη μεγάλη επίθεση, ενώ στην ουσία ο στόχος της είναι πιο περιορισμένος.

Από την πλευρά της η Ουάσιγκτον προειδοποίησε την Άγκυρα ενάντια σε μια μονομερή επιχείρηση, όμως ταυτόχρονα Αμερικανοί διπλωμάτες προσπαθούσαν να βρουν συμβιβαστικές λύσεις. Και μόνο τυχαίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη συνέπεσε χρονικά με την έναρξη της παραλαβής τμημάτων του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400. Εν μέσω ασφυκτικών πιέσεων στον Αμερικανό Πρόεδρο για την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία, η αναζωπύρωση του συριακού ζητήματος εξαιτίας των τουρκικών απειλών για μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον των Κούρδων συμμάχων των ΗΠΑ, εκτιμάται πως αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία προκειμένου να ατονήσει -ή και να ξεχαστεί ακόμη- το πρόβλημα των S-400. Προς αυτή την κατεύθυνση θα λειτουργήσει καθοριστικά και η υποχώρηση της τουρκικής κυβέρνησης από την «αδιάλλακτη» θέση της σε σχέση με τη ΒΑ Συρία, ενώ δεν αποκλείεται σε δεύτερο χρόνο να γίνει σιωπηλά αποδεκτή η απόκτηση του ρωσικού πυραυλικού συστήματος, από το αντιδρών αμερικανικό κατεστημένο (κάτι ανάλογο με την περίπτωση του Jamal Khashoggi).

Προβληματισμοί

Ανεξάρτητα με τις σκοπιμότητες που πραγματικά εξυπηρετεί η δημιουργία της πολυσυζητημένης «ασφαλούς ζώνης», επισημαίνονται δύο σημαντικά ζητήματα:

– Αν αληθεύουν οι πληροφορίες για το μέγεθος του εδάφους που θέλει να ελέγξει η Τουρκία στη ΒΑ Συρία (βάθος περίπου 30 χλμ. και μήκος 350+ χλμ), τότε το εμβαδόν είναι μεγαλύτερο από τη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και τα Υψώματα του Γκολάν συνδυαστικά. Προσθέτοντας και την Αφρίν, το συνολικό μέγεθος τρομάζει.

– Φαίνεται πως διεθνές δίκαιο τείνει να καταστεί η απόκτηση «ασφαλών ζωνών» από ισχυρότερες χώρες εντός άλλων ασθενέστερων και στην εισαγωγή/επιβολή της συγκεκριμένης καινοτομίας πρωταγωνιστεί η εξ Ανατολών γείτονας μας. Η περίπτωση της Αφρίν συνιστά το πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, ενώ η παραμεθόρια περιοχή της Βορειοανατολικής Συρίας (μια τεράστια εδαφική ζώνη με το μέγεθος του Κοννέκτικατ), το δεύτερο. Και λόγω της επικαιρότητας του Κυπριακού, υπενθυμίζεται πως η Βόρεια Κύπρος ήταν δυστυχώς ο πρόδρομος των εξελίξεων. Οι συνειρμοί αναπόφευκτοι εφόσον οι τουρκικες διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στη Κύπρο είναι διαχρονικές και επικαιροποιημένες. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις ήδη αποτελούν προηγούμενο γι’ αυτό και η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου προκειμένου να χαλιναγωγηθεί η τουρκική επεκτατικότητα, μόνο μειδίαμα μπορούν να προκαλέσουν.

φιλιππιάδα παλαιολόγου

Η Φιλιππιάδα Παλαιολόγου είναι πτυχιούχος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος πτυχίου Στρατηγικών και Αμυντικών Σπουδών της Σχολής Εθνικής Άμυνας (ΣΕΘΑ).

Επί σειρά ετών διετέλεσε ανώτερο στέλεχος του Δημοσίου Τομέα με αρμοδιότητες επεξεργασίας και ανάλυσης πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών πληροφοριών, σε σχέση με τα εθνικά και διεθνή θέματα, έχοντας εκπαιδευτεί για τη συγκεκριμένη αποστολή από Ελληνικούς και Ξένους κρατικούς φορείς. Επιπλέον εκπαιδεύτηκε σε θέματα Δημόσιας Διοίκησης, Διαχείρισης Κρίσεων και Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού.

Συνέβαλε αποφασιστικά στην πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, στον τομέα της ασφάλειας (την Προολυμπιακή περίοδο, καθώς και κατά τη διάρκεια τέλεσης των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων).

Υπηρέτησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επιφορτισμένη με την καταπολέμηση της Διαφθοράς, του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Τρομοκρατίας, καθώς και πάσης φύσεως απειλών κατά της Χώρας και του Δημοσίου Συμφέροντος.

politicsreport.gr