Ο Ναύαρχος Λεωνίδας Βασιλικόπουλος ήταν ένας από τους Αξιωματικούς που συνελήφθη και βασανίστηκε από τη χούντα. Δεν λύγισε ποτέ…

Ο Κρίτωνας Βασιλικόπουλος, υπερήφανος γιος ενός πατέρα που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του όχι μόνο στο ΠΝ το οποίο υπηρέτησε με πάθος αλλά στην ίδια την ιστορία, μας μεταφέρει ένας μέρος από την κατάθεση του Ναυάρχου Βασιλικόπουλου, από τη δίκη των βασανιστών της χούντας. Το κάνει απαντώντας στο ερώτημα που κάποιοι προφανώς βαριεστημένα θέτουν: “Μα πάλι στην πορεία θα πας”;

– Απόσπασμα από την κατάθεση του πατέρα μου στη δίκη των βασανιστών:

«Από την επιβολή διά βιαίων και δολίων μέσων της δικτατορίας στην Ελλάδα βρέθηκα ενεργώς αντίθετος στο τυραννικό καθεστώς της.

Μου το επέβαλλε η ιδιότητά μου του Έλληνα Αξιωματικού που είχε καθήκον να προφυλάσσει τις ελευθερίες του λαού.

Υπέστην διώξεις. Κάλυψα όλο το φάσμα των διώξεων ( ΕΣΑ, Ασφάλεια, φυλακή, εξορίες), την πρωτοκαθεδρία όμως την δίνω στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.
Όταν με πήγαν μπροστά στον Θεοφιλογιαννάκο μου είπε:
« Είμαι ο ταγματάρχης Θεοφιλογιαννάκος,αυτός που οι σταθμοί χαρακτηρίζουν σαν βασανιστή. Σε διαβεβαιώ ότι κάνω τη δουλειά μου ακριβώς έτσι.
Η μόνη περίπτωση να μην ομολογήσεις είναι αν είχες μαζί σου υδροκυάνιο να αυτοκτονούσες.
Γιατί μόνο οι νεκροί δεν μιλούν εδώ».
Τον θάλαμο των βασανιστηρίων τον έλεγαν «καλούπι».
Ένα δωματιάκι που δεν ξεπέρναγε τα 4 τετραγωνικά μέτρα.
Κλεισμένος εκεί με τη «συντροφιά» δύο φρουρών με ζωώδη ένστικτα.
Όρθιος και ακίνητος συνεχώς χωρίς νερό, χωρίς τροφή, προπηλακιζόμενος και δερόμενος.
Διψούσα διαρκώς και οι στρατονόμοι ουρούσαν σε ένα ποτήρι και μου το πρότειναν να πιω…
Τις πρώτες τρεις ημέρες τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα. Πονούσα, υπέφερα,διατηρούσα όμως τον έλεγχο της συνειδήσεως.
Μετά την τρίτη ημέρα, η συνεχής ορθοστασία, η δίψα, η αΰπνία, τα χτυπήματα, σε συνδυασμό με την χορήγηση παραισθησιογόνων με έκαναν να ζω σε μια εντελώς εξωπραγματική κατάσταση.
Φοβερές παραισθήσεις άρχισαν να με βασανίζουν.
Το «καλούπι» έπαυε να υπάρχει και τα τέσσερα μέτρα έπαιρναν διαστάσεις απέραντες…
Με οδηγούσαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και με εκτελούσαν… Έβλεπα να συλλαμβάνουν την γυναίκα μου, άλλοτε να πεθαίνει η μάνα μου… Άκουγα ακόμα και τις φωνές τους…
Το ξημέρωμα με έβρισκε με ξεχαρβαλωμένο το νευρικό σύστημα και αδιάκοπα ένα φοβερό ερώτημα με τυραννούσε: μήπως τη νύχτα ανάμεσα στις παραισθήσεις μου ξέφυγε τίποτα;
Την έβδομη ημέρα κατέρρευσα και λιποθύμησα.
Όταν συνήλθα, βρέθηκα πάνω σε ένα στρώμα κλειδωμένος σε ένα κελί.
Έτσι τελείωσε το πρώτο στάδιο της ανάκρισης.
Ακολούθησαν και άλλα πανομοιότυπα.
Είχα όμως ένα πλεονέκτημα:
Ήξερα πια πόσο μπορούσα να ζητήσω από τον εαυτό μου να αντέξει».

militaire.gr