Επλεαν στο άγνωστο, χωρίς σαφείς οδηγίες ή ξεκάθαρο σημείο συνάντησης. Πίσσα σκοτάδι στο Δέλτα του Νίγηρα. «Κατευθύνσου μισή ώρα βόρεια στο ποτάμι και κάλεσε ξανά», είχε υποδείξει νωρίτερα ένας εκ των πειρατών από το δορυφορικό του τηλέφωνο. Ωσπου μια μηχανοκίνητη πιρόγα διέκοψε την περιπλάνηση της βάρκας τους. Η ανταλλαγή δεν κράτησε πάνω από έξι λεπτά. Δύο πειρατές μέτρησαν τις δεσμίδες των χρημάτων και δύο άνδρες της ειδικής ομάδας παρέλαβαν τους ομήρους. «Είστε όλοι εδώ; Είστε καλά;» ήταν οι πρώτες κουβέντες που τους είπαν. Η αποστολή τους, όμως, δεν είχε τελειώσει. Επρεπε να παραμείνουν σε εγρήγορση. Στον δρόμο του γυρισμού μπορεί να παραμόνευε κάποια άλλη συμμορία.

Ετσι κύλησε μία από τις επιχειρήσεις παράδοσης λύτρων και παραλαβής αιχμάλωτων ναυτικών στη Νιγηρία που ανέλαβε τον τελευταίο χρόνο η ελληνική εταιρεία «Diaplous Group», η οποία παρέχει κυρίως υπηρεσίες ασφαλείας στην ανοιχτή θάλασσα. «Βρίσκεσαι σε μια μόνιμη κατάσταση αδρεναλίνης καθ’ όλη τη διάρκεια, από τη φάση του σχεδιασμού μέχρι την υλοποίηση. Δεν είναι, όμως, Χόλιγουντ. Η δουλειά μας δεν είναι να κάνουμε κρούση στους πειρατές. Μας ενδιαφέρει να παραλάβουμε σώους τους ομήρους. Δεν θέλουμε να θέσουμε σε κίνδυνο την ασφάλειά τους», λέει στην «Κ» ο Χρήστος Αυγερινίδης, επικεφαλής επιχειρήσεων στη «Diaplous» και πρώην βατραχάνθρωπος του Πολεμικού Ναυτικού.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Ναυσιπλοΐας (IMB, τμήμα του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου), το 2019 δέχθηκαν επιθέσεις πειρατών τέσσερα πλοία ελληνικής σημαίας, καθώς και άλλα 25 των οποίων οι πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες εταιρείες έχουν ως βάση τη χώρα μας. Στα τέλη της χρονιάς δύο διαδοχικά κρούσματα πολυήμερης ομηρίας πληρωμάτων στον Κόλπο της Γουινέας απασχόλησαν την ελληνική ναυτική κοινότητα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι εκεί βρίσκεται πλέον το πιο επισφαλές πέρασμα. Από τους 134 ναυτικούς οι οποίοι απήχθησαν πέρυσι διεθνώς, οι 48 αιχμαλωτίστηκαν από πειρατές στα ανοιχτά της Νιγηρίας, οι 35 στο Μπενίν και οι 31 στο Καμερούν.

Μέχρι και σήμερα λίγα ήταν γνωστά για τις συνθήκες διάσωσης των ναυτικών στη Δυτική Αφρική. Ποιος μεταφέρει τα λύτρα που έχουν συμφωνηθεί και με ποιον τρόπο, πώς οικοδομείται σχέση εμπιστοσύνης και πώς κλείνονται τα ραντεβού με τους απαγωγείς; Ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν σε ένα μέρος όπου δύσκολα περνάς απαρατήρητος; Η «Κ» παρουσιάζει πώς οργανώνεται μια αποστολή αυτού του τύπου.

Η επιχείρηση

Πριν από μία δεκαετία, όταν η δράση των πειρατών εντοπιζόταν κυρίως στην ανατολική πλευρά της αφρικανικής ηπείρου, στον Κόλπο του Αντεν, η συνήθης τακτική παράδοσης των λύτρων ήταν η ρίψη τους από κάποιο αεροπλάνο είτε πάνω στο υπό κατάληψη πλοίο, ή στη θάλασσα απ' όπου οι πειρατές έπρεπε να τα αλιεύσουν. Αυτό είχε συμβεί στις 14 Ιανουαρίου 2009 με το δανέζικων συμφερόντων πλοίο «CEC Future», όπως και στην περίπτωση του βελγικού «Pompei» λίγους μήνες αργότερα. Στο δεύτερο περιστατικό είχαν προηγηθεί περίπου 160 τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων -εκείνες οι ομηρίες κρατούσαν έως και ένα χρόνο, ενώ πλέον κατά μέρο όρο φτάνουν τις τρεις εβδομάδες.

Εκείνη την εποχή ομάδες Σομαλών πειρατών έπειτα από ένα επιτυχημένο ρεσάλτο καταλάμβαναν ολόκληρο το πλοίο, μαζί με το πλήρωμα και το φορτίο του. Συνήθως παραπλέοντα πολεμικά πλοία παρακολουθούσαν τη διαδικασία παράδοσης των λύτρων για να επέμβουν σε περίπτωση που κάποια αντίπαλη συμμορία προσπαθούσε να τα αρπάξει. Στις μέρες μας οι συμμορίες των Νιγηριανών πειρατών, με εμβέλεια δράσης σε όλο τον Κόλπο της Γουινέας, ακολουθούν διαφορετική τακτική. Δεν στοχεύουν στο εμπόρευμα, αλλά στα μέλη του πληρώματος. Η απαγωγή τους και η απαίτηση λύτρων μπορούν να τους εξασφαλίσουν πιο άμεσο κέρδος.

Στα πλοία που κινούνται στα ανοιχτά της Νιγηρίας προτείνονται ως μέτρα άμυνας η τοποθέτηση αγκαθωτού συρματοπλέγματος σε δύο σειρές ώστε να μην μπορούν να ανέβουν οι πειρατές στο κατάστρωμα, η χρήση λάστιχων με συνεχή εκτόξευση νερού στην πρύμνη και η δημιουργία ενός οχυρωμένου, ασφαλούς χώρου μέσα στο πλοίο γνωστού ως citadel

Η πρώτη επαφή των πειρατών με τη διαχειρίστρια εταιρεία γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις μία εβδομάδα μετά το συμβάν. Ειδικός διαπραγματευτής, ο οποίος συνήθως ορίζεται από κάποια ασφαλιστική εταιρεία και μπορεί να είναι απόστρατος αξιωματικός του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, αναλαμβάνει όλες τις συνομιλίες.

Κάθε επικοινωνία καταγράφεται και εξετάζεται η πρόοδος που έχει επιτευχθεί. Σχεδόν σε καθημερινή βάση ζητείται απόδειξη ζωής («proof of life»), είτε με απευθείας συνομιλία του διαπραγματευτή με τους απαχθέντες, ή μέσω προσωπικών ερωτήσεων που καλούνται να μεταφέρουν στους ομήρους οι πειρατές. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται και εξακρίβωση ταυτότητας του ναυτικού μέσω λογισμικών ανάλυσης φωνής.

Ο κ. Αυγερινίδης εξηγεί ότι η δική τους αποστολή ξεκινά αφού συμφωνηθεί ανάμεσα στον διαπραγματευτή και στους πειρατές το ύψος των λύτρων. Η ομάδα της «Diaplous» που από το 2019 έχει αναλάβει σε κάποια περιστατικά το σκέλος της παράδοσης- παραλαβής αποτελείται από τρεις Ελληνες, πρώην μέλη ειδικών δυνάμεων, καθώς και ένα υποστηρικτικό δίκτυο 10 Νιγηριανών. Η παραλαβή και η φύλαξη των μετρητών (τα ακριβή ποσά δεν δημοσιοποιούνται τα τελευταία χρόνια από τις ναυτιλιακές εταιρείες) γίνεται από τράπεζα στη Νιγηρία. Ακολουθεί η συνεννόηση με τους απαγωγείς.

«Μπορεί αρχικά να ζητήσουν να τους καλέσεις το μεσημέρι από μία κωμόπολη. Μεταβαίνεις εκεί, τηλεφωνείς και δεν το σηκώνει κανείς. Πρέπει να έχεις βρει μια ασφαλή τοποθεσία για την αναμονή. Ποτέ δεν θα πουν το ακριβές τελικό σημείο και τον χρόνο της παράδοσης. Θα υπάρχουν κενά και καθυστερήσεις», λέει ο κ. Αυγερινίδης. Οι άνδρες της αποστολής είναι ντυμένοι με πολιτικά ρούχα και φέρουν οπλισμό. Οποιοσδήποτε στην περιοχή όπου κινούνται μπορεί να είναι τσιλιαδόρος των πειρατών.

Συνήθως η ομάδα αποκτά ξανά τηλεφωνική επαφή με τους πειρατές μόλις νυχτώσει. Εκείνοι τους οδηγούν σε διαδοχικά σημεία για να ελέγξουν εάν υπάρχει παρουσία κρατικών δυνάμεων. Δεν τους κατευθύνουν σε ευθεία γραμμή, αλλά σε όσες στάσεις θέλουν για να νιώσουν σίγουροι και να κερδίσουν χρόνο. Η ομάδα με τα λύτρα καταλήγει συνήθως σε κάποια προβλήτα. Μπορεί να ακολουθήσουν έως και τρεις ώρες πλεύσης στο ποτάμι. Το σημείο παράδοσης των μετρητών δεν ταυτίζεται πάντοτε με το μέρος παραλαβής των ομήρων.

Αυτοσχέδιες καλύβες και καλάσνικοφ

Οι απαχθέντες ναυτικοί ζουν σε αυτοσχέδιες καλύβες στη ζούγκλα και ένας από τους πιο μεγάλους κινδύνους που αντιμετωπίζουν είναι οι μολυσματικές ασθένειες όπως η ελονοσία. Οι πειρατές σχεδόν μόνιμα βρίσκονται σε κατάσταση μέθης και μπορεί να κάνουν συστηματική χρήση αμφεταμινών ή χασίς. Εκτιμάται ότι οι αντίπαλες ομάδες πειρατών που δρουν στη Νιγηρία φτάνουν τις εννέα και έχουν βάσεις σε όλο το εύρος της χώρας. Δεν είναι ξεκάθαρος ο αριθμός των μελών τους. Οπως επισημαίνει πάντως ο κ. Αυγερινίδης, συνήθως είναι αρκετοί αυτοί που αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ομήρων. Αναφέρει ως παράδειγμα υπόθεση με εννέα απαχθέντες ναυτικούς τους οποίους επέβλεπαν 27 άνδρες οπλισμένοι με καλάσνικοφ.

«Μας φυλούσαν 15 οπλισμένοι άνδρες. Ο μικρότερος ήταν 19 ετών και ο μεγαλύτερος κοντά στα 45», είχε δηλώσει τον Σεπτέμβριο στην «Κ» ο Ουκρανός Εντουαρντ Γκλούζμαν, υποπλοίαρχος στο δεξαμενόπλοιο «Gaz Providence», ο οποίος το 2017 συμπλήρωσε μαζί με δύο συναδέλφους του 21 ημέρες αιχμαλωσίας στο Δέλτα του Νίγηρα. «Δεν ήθελαν να μιλήσουν για το παρελθόν τους. Είπαν ότι το έκαναν για τα χρήματα. Δύο είχαν στρατιωτικά τατουάζ στους ώμους κι ένας ακόμη είχε ουλές από σφαίρες στο σώμα του. Αυτός είπε ότι ήταν πειρατής από την ηλικία των 15 ετών».

Εναλλακτικά σχέδια

Ο κ. Αυγερινίδης επισημαίνει ότι για να επιτευχθεί η ασφαλής επιστροφή των ομήρων στις χώρες τους έχουν καταρτιστεί για κάθε αποστολή πολλά εναλλακτικά σχέδια εκκένωσης. Σε υπόθεση απελευθέρωσης απαχθέντων ναυτικών 230 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη Πορτ Χαρκούρ είχε μελετηθεί η αποστολή ανά χιλιόμετρο. Η επιχείρηση παράδοσης-παραλαβής μπορεί να διαρκέσει συνολικά 48 ώρες, ενώ μέχρι να ολοκληρωθούν έπειτα οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και να επαναπατριστούν οι ναυτικοί μπορεί να μεσολαβήσει αντίστοιχο διάστημα.

«Οι όμηροι χαλαρώνουν μόνο όταν πάνε σε ένα πολιτισμένο μέρος, σε ένα δωμάτιο που έχει έστω και τα βασικά», λέει ο κ. Αυγερινίδης. «Και νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια όταν μπορέσουν πλέον να μιλήσουν με κάποιον».

kathimerini.gr