ΑΠΟΦΑΣΗ

Galan κατά Ιταλίας της 17.06.2021 (αριθ. προσφ. 63772/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα εκλέγεσθαι, προϋποθέσεις, πάταξη της διαφθοράς

Σε ένα πλαίσιο  κάθαρσης των δημοσίων αρχών από το οργανωμένο έγκλημα και πάταξης της διαφθοράς από εκπροσώπους του Κοινοβουλίου οι οποίοι είχαν εκλεγεί από το λαό, το καθ΄ού κράτος ψήφισε νόμο όπου οι βουλευτές που καταδικάστηκαν αμετάκλητα για αδικήματα διαφθοράς κηρύσσονταν έκπτωτοι του αξίωμά τους. Ο προσφεύγων λόγω της αμετάκλητης καταδίκης του για διαφθορά, έχασε τη βουλευτική του ιδιότητα και του επιβλήθηκε η περαιτέρω διοικητική κύρωσης της απώλειας του δικαιώματος του εκλέγεσθαι για 6 χρόνια. Άσκησε προσφυγή στο ΕΔΔΑ για παραβίαση του δικαιώματος για ελεύθερες εκλογές και του άρθρου 13 για έλλειψη πραγματικής προσφυγής.

Κατά το ΕΔΔΑ ο τομέας των πολιτικών και εκλογικών δικαιωμάτων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 6 § 1 και 7 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο έδωσε έμφαση στην προσέγγιση που ακολούθησε το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε  ότι ο αποκλεισμός υποψηφιότητας ή η έκπτωση από το αξίωμα δεν αποτελούσαν ούτε κυρώσεις ούτε ποινική καταδίκη. Εκλεγμένοι αντιπρόσωποι οι οποίοι απομακρύνθηκαν από το αξίωμά τους, αποκλείστηκαν από το εκλεγμένο σώμα στο οποίο ανήκαν επειδή είχαν χάσει την ηθική τους ικανότητα, απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεχίσουν να εκπροσωπούν τους εκλογείς.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι αποκλεισμός της υποψηφιότητας του προσφεύγοντα στις επερχόμενες εκλογές  και η έκπτωση  από το αξίωμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ισοδύναμο ποινικής τιμωρίας εντός της έννοιας του άρθρου 7 της Σύμβασης. Απέρριψε την καταγγελία δυνάμει του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ ως απαράδεκτη.

Όσον αφορά την καταγγελία για παραβίαση του δικαιώματος για ελεύθερες εκλογές, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε  ότι ο αποκλεισμός υποψηφιότητας όπως και η έκπτωση από το αξίωμααντιστοιχούσε στην επείγουσα ανάγκη διασφάλισης, και γενικά, της ορθής λειτουργίας των δημόσιων αρχών,  και κυρίως ότι  η έκπτωση από την υποψηφιότητα περιβαλλόταν από διασφαλίσεις.

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η άμεση εφαρμογή του αποκλεισμού ήταν σύμφωνη με τον δηλωμένο στόχο του νομοθέτη, για προστασία της ακεραιότητας του δημοκρατικού πολιτεύματος και δεν μπορούσε να θεωρηθεί αυθαίρετη ή δυσανάλογη. Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.

Τέλος, το ΕΔΔΑ λαμβάνοντας υπόψη τις εγγυήσεις που προβλέπονταν από τη κοινοβουλευτική διαδικασία για κάθε απόφαση έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα, έκρινε ότι η Σύμβαση δεν απαιτούσε το δικαστικό έλεγχο μιας απόφασης που θα εξέδιδε  το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο συνταγματικών εξουσιών, κατά συνέπεια δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 13.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 7,

Άρθρο 13,

Άρθρο 14,

Άρθρο 3 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΙΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Giancarlo Galan, είναι Ιταλός υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1956 και ζει στο Rovolon. Ήταν υποψήφιος στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2013 και εξελέγη μέλος του κοινοβουλίου στις 05.03.2013.

Στο πλαίσιο των ερευνών, η εισαγγελία της Βενετίας ζήτησε από το δικαστή των προκαταρκτικών ερευνών (GIP) να θέσει τον κ. Galan, Πρόεδρο της Περιφέρειας του Βένετο, υπό προσωρινή κράτηση και να διατάξει την συντηρητική  κατάσχεση  των καταθέσεων του  ύψους περίπου 4.800.000 ευρώ, για το λόγο ότι διέπραξε, μεταξύ άλλων, αδικήματα διαφθοράς μεταξύ των ετών 2005 και 2011, για τα οποία τιμωρήθηκε με ποινές κάθειρξης που κυμαινόταν από 6 έως 10 χρόνια.

Ο GIP δέχτηκε το αίτημα, και, στις 4 Ιουνίου 2014, επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων προκειμένου να λάβει την εξουσιοδότηση του Κοινοβουλίου για την εκτέλεση του προληπτικού μέτρου. Στις 10 Ιουλίου 2014, η Βουλή των Αντιπροσώπων υπέβαλε την άδεια στο Κοινοβούλιο.

Στις 8 Οκτωβρίου 2014, αφού έλαβε συμφωνία από το εισαγγελέα, ο προσφεύγων ζήτησε την εφαρμογή της συνοπτικής διαδικασίας για την επιβολή ποινής κατόπιν αιτήματος των διαδίκων («Patteggiamento», που προβλέπεται στο άρθρο 444 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), σχετικά με τα δύο χρόνια και δέκα μήνες φυλάκισης και τη συντηρητική  κατάσχεση ύψους  2.600.000 ευρώ.

Στις 16 Οκτωβρίου 2014, ο δικαστής προκαταρκτικών ακροάσεων επέβαλε την ποινή αυτή και διέταξε την κατάσχεση. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη στις 2 Ιουλίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση του προσφεύγοντος.

Στις 11.11.2015, η εισαγγελία διαβίβασε στην Βουλή των Αντιπροσώπων αντίγραφο της απόφασης του GIP της 16.10.2014. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος της Βουλής ανέθεσε στο Εκλογικό Διοικητικό Συμβούλιο να αποφασίσει σχετικά με την εκλογή του προσφεύγοντος βάσει των διατάξεων του Νομοθετικού Διατάγματος με αρ. 235/2012. Στις 23.02.2016, η μόνιμη επιτροπή αποφάσισε, με πλειοψηφία, να προτείνει στο διοικητικό συμβούλιο να δηλώσει ότι προέκυψε λόγος έκπτωσης από το αξίωμα του  και ότι ο προσφεύγων απώλεσε την έδρα του ως μέλος του κοινοβουλίου. Το διοικητικό συμβούλιο απέρριψε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος ισχυριζόμενος αναδρομική εφαρμογή του Ν.Δ., θεωρώντας ότι αυτός ο αποκλεισμός και απομάκρυνση από το αξίωμα δεν ήταν ζητήματα ποινικού δικαίου, αλλά ήταν οι συνέπειες της απώλειας ενός αντικειμενικού κριτηρίου για τη συνέχιση της κατοχής αξιώματος.

Στις 08.03.2016 η εκλογική επιτροπή  ενέκρινε την πρόταση της μόνιμης επιτροπής με πλειοψηφία. Στις 9 Μαρτίου, ο Πρόεδρός ενημέρωσε τον κ. Galan για την απόφαση καθορίζοντας την 7 Απριλίου ως ημερομηνία της δημόσιας συνεδρίασης, και σχετικά με τις επιλογές υποβολής περαιτέρω εγγράφων. Το διοικητικό συμβούλιο προέβη σε μια δημόσια δήλωση σχετικά με την απόφασή του να προτείνει στη Συνέλευση να αποβάλει τον προσφεύγοντα από τη θέση του.

Στις 27 Απριλίου 2016, η Βουλή των Αντιπροσώπων δήλωσε ότι ο προσφεύγων κηρύχθηκε έκπτωτος από της κοινοβουλευτική του έδρα με άμεση ισχύ, για σοβαρό λόγο.

Βασιζόμενος στο άρθρο 7 (καμία ποινή χωρίς νόμο), ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η εφαρμογή του Ν.Δ. 235/2012, το οποίο οδήγησε στην έκπτωση  από το εκλογικό αξίωμα μετά από τη καταδίκη για αδικήματα  διαφθοράς, παραβίασε τις αρχές της νομιμότητας, της προβλεψιμότητας, της αναλογικότητας και τη μη αναδρομική εφαρμογή ποινικών κυρώσεων. Βασιζόμενος στο άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου  (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές), ισχυρίστηκε ότι το μέτρο έκπτωσης που προβλέπεται από το νομοθετικό διάταγμα δεν συμμορφώθηκε με τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας. Ο προσφεύγων θεώρησε ότι αυτό παραβίασε τόσο το δικαίωμά του να εκπληρώσει την εκλογική του εντολή όσο και τη δικαιολογημένη προσδοκία του εκλογικού σώματος ότι θα υπηρετούσε ολόκληρη τη θητεία του ως μέλος του κοινοβουλίου. Ισχυρίστηκε ότι υπέστη διακριτική μεταχείριση σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρωτοκόλλου μαζί με το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων). Τέλος, βασιζόμενος στο άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής), ο ίδιος παραπονέθηκε για την έλλειψη αποτελεσματικού ένδικου μέσου στο εσωτερικό δίκαιο με το οποίο θα αμφισβητούσε τη συμβατότητα του Ν.Δ. 235/2012 με τη Σύμβαση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 7 (καμία ποινή χωρίς νόμο)

Ο προσφεύγων  ισχυρίστηκε ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 235/2012 ισοδυναμούσε με την επιβολή ποινής, πέρα από την κύρια ποινή που προέκυψε από την τελική του καταδίκη για διαφθορά. Το ερώτημα ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν επομένως αν η έκπτωση από τη θέση του ως εκλογικού υποψηφίου και η απώλεια του κοινοβουλευτικού του αξιώματος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, καταρχήν, ο τομέας των πολιτικών και εκλογικών δικαιωμάτων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 6 § 1 και 7 της Σύμβασης. Προκειμένου να εξακριβωθεί η φύση των μέτρων που επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο εφάρμοσε τα κριτήρια που ορίζονται στην απόφαση Del Río Prada και τη νομολογία που αναφέρεται σε αυτήν. Το Δικαστήριο επισήμανε, καταρχάς, ότι η απαραίτητη βάση  των μέτρων που επιβλήθηκαν σ’ αυτόν ήταν η τελική ποινική καταδίκη του Ιουλίου 2015.

Όσον αφορά τη φύση και τον σκοπό αυτών των μέτρων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο αποκλεισμός από την υποψηφιότητα στις εκλογές και η έκπτωση από το αξίωμα είχε ως στόχο την ενίσχυση της καταπολέμησης του προβλήματος της διείσδυσης των δημοσίων αρχών από το οργανωμένο έγκλημα. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, στην έκθεσή της που δημοσιεύθηκε την 1η Ιουλίου 2013, η Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) που χαιρέτισε τη θέσπιση του νόμου 190/2012 και την  πρόοδο που σημείωσαν οι εθνικές αρχές στην καταπολέμηση της διαφθοράς από τους πολιτικούς.

Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό αυτών των μέτρων βάσει του εθνικού δικαίου, το Δικαστήριο έδωσε βαρύτητα στην προσέγγιση που υιοθέτησε το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο είχε αποδείξει στην υπόθεσή του ότι ο αποκλεισμός από εκλογή ή έκπτωση από το αξίωμα δεν αποτελούσαν ούτε κυρώσεις ούτε αποτελέσματα ποινικής καταδίκης. Εκλεγμένοι αντιπρόσωποι  απομακρύνθηκαν από το αξίωμα και αποκλείστηκαν  από το εκλεγμένο σώμα στο οποίο ανήκαν, επειδή είχαν χάσει την ηθική ικανότητα, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκπροσώπησης των εκλογέων.

Η απαγόρευση κατοχής δημόσιου αξιώματος συνεπαγόταν, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ποινικού Κώδικα, την απώλεια εκλογικών δικαιωμάτων, το δικαίωμα άσκησης δημόσιας εξουσίας, το δικαίωμα να ενεργεί ως πληρεξούσιος,  και την απώλεια ακαδημαϊκών τίτλων και μισθών, συντάξεων και επιδομάτων που καταβάλλονται από το κράτος. Όσον αφορά τις ενεργές και παθητικές πτυχές του δικαιώματος ψήφου, η απώλειά τους συνεπάγεται την απαγόρευση της ψήφου (δικαίωμα εκλέγειν) και την  δυνατότητα να θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές (δικαίωμα του εκλέγεσθαι). Ο αποκλεισμός της υποψηφιότητας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν.Δ. 235/2012, συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος του  εκλέγεσθαι, στο ότι μια υποψηφιότητα που υποβλήθηκε πριν την  έκπτωση αφαιρείται από τον κατάλογο υποψηφίων από τη σχετική εκλογική επιτροπή. Ωστόσο, το δικαίωμα του εκλέγειν  σε καμία περίπτωση δεν παραβιάστηκε. Αυτός ο αποκλεισμός αντιστοιχούσε σε απόλυτη απαγόρευση κατοχής αξιώματος, δεδομένου ότι είχε αντίκτυπο στην αντικειμενική απαίτηση της ηθικής ικανότητας, η απουσία της οποίας σήμαινε ότι ένα άτομο στερήθηκε το δικαίωμα το εκλέγεσθαι.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η άρση της έκπτωσης της  υποψηφιότητας, μέσω της διαδικασίας αποκατάστασης, αιτιολογήθηκε από την ανάγκη εξάλειψης αυτού του περιορισμού στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι, στο βαθμό που, ενώ βασίστηκε απαραίτητα σε μια τελική καταδίκη, το ίδιο το μέτρο δεν εφαρμόστηκε από τις δικαστικές αρχές στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και δεν ήταν μία από τις συνέπειες του ποινικού δικαίου.

Τέλος, όσον αφορά τη σοβαρότητα των μέτρων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι παρ’ όλο που η αδυναμία κατοχής κοινοβουλευτικού αξιώματος και η απώλεια του δικαιώματος του εκλέγεσθαι είχε πολιτικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα αφού δεν μπορούσε να είναι υποψήφιος, αυτό όμως δεν αρκούσε για να χαρακτηριστεί ως ποινική κύρωση, ειδικά επειδή το δικαίωμα του εκλέγειν δεν είχε επηρεαστεί.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι έκπτωση της υποψηφιότητάς του,  και η απομάκρυνση από το αξίωμα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως ισοδύναμα ποινικής τιμωρίας υπό την έννοια του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ. Κατά συνέπεια, αυτή η καταγγελία ήταν ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της Σύμβασης και το ΕΔΔΑ την απέρριψε.

Άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

Το Δικαστήριο τόνισε το συγκεκριμένο πλαίσιο της υπόθεσης. Πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 190/2012 και του Ν.Δ. 235/2012, ο Ν. 50/1990 προέβλεπε, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του προβλήματος της διείσδυσης της μαφίας στη δημόσια διοίκηση, ορισμένους περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, με σκοπό τον αποκλεισμό από τις τοπικές αρχές κάθε προσώπου που, ενώ κατέχει καθήκοντα, θα μπορούσε να υπονομεύσει την αξιοπιστία των θεσμικών οργάνων.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι ο αποκλεισμός και η έκπτωση μελών του κοινοβουλίου από το αξίωμα είχαν εισαχθεί από τον ιταλό  νομοθέτη μέσω της Πράξης  αρ. 190/2012 και από την τότε Κυβέρνηση, ως μέρος των εξουσιοδοτημένων εξουσιών της, μέσω του Ν.Δ.235/2012. Αυτό έγινε για να καλυφθεί το νομοθετικό κενό αφού οι περιορισμοί στα εκλογικά δικαιώματα υπήρχαν ήδη σε τοπικό επίπεδο από τον Ν. 50/1990. Είναι προφανές ότι ο αποκλεισμός υποψηφιότητας όπως και η έκπτωση από το αξίωμααντιστοιχούσε στην επείγουσα ανάγκη της διασφάλισης της ορθής λειτουργίας των δημόσιων αρχών, που είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση του res publica.

Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η έκπτωση από την υποψηφιότητα περιβαλλόταν από διασφαλίσεις. Πρώτα απ ‘όλα, η προϋπόθεση για μία τέτοια έκπτωση ήταν η ύπαρξη οριστικής ποινικής καταδίκης, όπως η προβλεπόμενη για έναν αριθμό σοβαρών αδικημάτων, που ορίζονταν αυστηρά από το νόμο. Το εν λόγω μέτρο είχε εφαρμοστεί στον προσφεύγοντα  λόγω της καταδίκης του για διαφθορά, ένα αδίκημα που ενέπιπτε στο σύνολο της τρίτης παραγράφου του άρθρου  1 του Ν.Δ. 235/2012.

Όσον αφορά την εικαζόμενη παραβίαση της αρχής της προβλεψιμότητας του νόμου λόγω της καταδίκης του προσφεύγοντος για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ., το Δικαστήριο σημείωσε ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία διακριτική ευχέρεια («περιθώριο εκτίμησης») που απολαμβάνουν τα κράτη όσον αφορά τους περιορισμούς στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι, οι απαιτήσεις του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ήταν λιγότερο αυστηρές από εκείνες που αφορούν το άρθρο 7 της Σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση, η ανησυχία του κράτους ήταν να οργανώσει, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, το δικό του σύστημα για την καταπολέμηση της παράνομης δραστηριότητας και της διαφθοράς στις δημόσιες αρχές.

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η άμεση εφαρμογή του αποκλεισμού ήταν σύμφωνη με τον σκοπό του νομοθέτη, δηλαδή τον αποκλεισμό των εκλεγμένων εκπροσώπων, που είχαν καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα, από το Κοινοβούλιο και επομένως, για την προστασία της ακεραιότητας της δημοκρατικής διαδικασίας.

Η αμετάκλητη καταδίκη τον Ιούλιο 2015 ήταν το απαραίτητο προοίμιο για τον αποκλεισμό της υποψηφιότητας, προϋπόθεση που προέβλεπε το άρθρο 1 του Ν.Δ., το οποίο τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο 2013. Τέλος, το Δικαστήριο τόνισε ότι η επίδικη έκπτωση ήταν χρονικά περιορισμένη.

Αν και ο προσφεύγων είχε χάσει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι για 6 χρόνια, είχε καταφέρει να υποβάλει αίτημα αποκατάστασης στο αρμόδιο δικαστήριο που ήταν υπεύθυνο για την εκτέλεση των ποινών.

Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποκλεισμός της υποψηφιότητας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αυθαίρετος ή δυσανάλογος.

Το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου σε συνδυασμό με το άρθρο 14

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης του προσφεύγοντος δεν έθιξαν κανένα ζήτημα σύμφωνα με το άρθρο 14. Το Ν.Δ. 235/2012 καθόρισε σαφώς αντικειμενικές καταστάσεις που δικαιολογούσαν την εφαρμογή του μέτρου αποκλεισμού, ανάλογα με τα αδικήματα που διαπράχθηκαν και τις ποινές που επιβλήθηκαν. Αυτή η καταγγελία ήταν αβάσιμη και το ΕΔΔΑ την απέρριψε.

Άρθρο 13

Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να απαιτήσει από ένα εθνικό δικαστήριο να επανεξετάσει την κοινοβουλευτική διαδικασία σχετικά με τη σύνθεση του Κοινοβουλίου – και, ιδίως, την απόφαση της εκλεγμένης συνέλευσης να αποτρέψει ένα  μέλος του κοινοβουλίου που είχε καταδικαστεί να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του – χωρίς να λάβει υπόψη την ίδια τη φύση του εν λόγω συνταγματικού δικαιώματος. Το εθνικό σύστημα περιείχε μια συνταγματική διάταξη σχετικά με την εξουσία του Κοινοβουλίου να ελέγχει όχι μόνο τα διαπιστευτήρια των μελών της, αλλά και τους λόγους αποκλεισμού και ασυμβατότητας που θα μπορούσαν στη συνέχεια να προκύψουν.

Έχοντας υπόψη τις εγγυήσεις που προβλέπονται από την κοινοβουλευτική διαδικασία «τριπλή επικύρωση» – τη μόνιμη επιτροπή για ασυμβατότητες, αποκλεισμούς και εκπτώσεις από το αξίωμα, την εκλογική επιτροπή και τη Βουλή των Αντιπροσώπων, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης δεν απαιτούσε τον δικαστικό έλεγχο μιας απόφασης που θα είχε εκδώσει το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο των συνταγματικών του εξουσιών (επιμέλεια echrcaselaw.com).