Οι ευρωεκλογές του Μαίου 2019 ολοκληρώθηκαν και οι καταμετρήσεις έλαβαν τέλος. Τα αποτελέσματα προκάλεσαν μεικτές αντιδράσεις και συναισθήματα, καθώς οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις κέρδισαν έδαφος στην Μεγάλη Βρετανία, την Ουγγαρία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Πολωνία, ενώ από την άλλη, οι φιλελεύθεροι και οι πράσινοι αποτέλεσαν τους μεγάλους κερδισμένους της 26ης Μαίου.

Το σύνθημα της καμπάνιας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις ευρωεκλογές «Αυτή τη φορά ψηφίζω», πάντως φαίνεται πως απέδωσε, αφού η προσέλευση των εκλογέων στις κάλπες άγγιξε το 51%, το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής από το 1999 έως σήμερα.

Από την 8η στην 9η νομοθετική περίοδο του Ευρωκοινοβουλίου: ένα «εγχειρίδιο» για τη νέα θητεία 2019-2024

Εν αναμονή της ορκωμοσίας του νέου σώματος των ευρωβουλευτών στις 2-4 Ιουλίου, η Euractiv.gr συγκέντρωσε βασικές απορίες και απαντήσεις για τη δομή και το μέλλον της νέας Ευρωβουλής και της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης των βασικών λειτουργιών της νέας νομοθετικής περιόδου του Ευρωκοινοβουλίου.

Πόσους ευρωβουλευτές θα έχει το νέο Κοινοβούλιο;

Η νέα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (με 705 ευρωβουλευτές) θα τεθεί σε ισχύ μόνο αν και όταν το Ηνωμένο Βασίλειο πάψει να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όσο το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει κράτος μέλος της ΕΕ, η υφιστάμενη σύνθεση (751 ευρωβουλευτές) θα παραμείνει σε ισχύ.

Σε περίπτωση που η υφιστάμενη σύνθεση (751) βρίσκεται σε ισχύ κατά την έναρξη της 9ης περιόδου, η νέα σύνθεση θα τεθεί σε ισχύ αμέσως μετά την τελευταία ημέρα της διαδικασίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου (από 751 σε 705 ευρωβουλευτές).

Για τα κράτη μέλη στα οποία έχουν παραχωρηθεί πρόσθετες έδρες στη νέα σύνθεση και την 9η νομοθετική περίοδο του ΕΚ, οι έδρες αυτές θα είναι διαθέσιμες μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου (Ιρλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία, Ρουμανία, Ολλανδία, Σουηδία, Αυστρία, Δανία, Σλοβακία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Εσθονία).

Έλεγχος της εντολής των νέων ευρωβουλευτών

Οι νεοεκλεγέντες ευρωβουλευτές υποβάλλονται σε έλεγχο της εντολής τους ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν κατέχουν άλλο αξίωμα το οποίο είναι ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τέτοιου είδους ασυμβίβαστα αξιώματα συμπεριλαμβάνουν τη συμμετοχή στην κυβέρνηση ή στο κοινοβούλιο κάποιου κράτους μέλους της ΕΕ, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο Δικαστήριο της ΕΕ, στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Οι εν ενεργεία υπάλληλοι των θεσμών και των οργάνων της ΕΕ τα οποία έχουν συσταθεί υπό τις Συνθήκες της ΕΕ για τη διαχείριση Κοινοτικών πόρων δε μπορούν επίσης να γίνουν ευρωβουλευτές.

Όταν επισημοποιηθούν τα αποτελέσματα των εκλογών, τα κράτη μέλη ενημερώνουν το ΕΚ σχετικά με τα ονόματα όσων κατάφεραν να κερδίσουν έδρα και ζητούν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την αποφυγή της ασυμβατότητας των αξιωμάτων τους.

Πριν την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι νέοι ευρωβουλευτές των οποίων η εκλογή έχει κοινοποιηθεί στο Κοινοβούλιο πρέπει να βεβαιώσουν γραπτώς ότι δεν κατέχουν θέση ή αξίωμα το οποίο δεν είναι συμβατό με την ιδιότητα του ευρωβουλευτή. Η δήλωση αυτή πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός έξι ημερών πριν την εναρκτήρια συνεδρίαση του Κοινοβουλίου.

Σε περίπτωση που εξακριβωθεί ότι ευρωβουλευτής κατέχει ασυμβίβαστο αξίωμα, το Κοινοβούλιο «διαπιστώνει τη χηρεία της έδρας».

Τι είναι οι πολιτικές ομάδες και πώς σχηματίζονται;

Μετά τις εκλογές, οι ευρωβουλευτές σχηματίζουν πολιτικές ομάδες. Αυτές οι ομάδες συνενώνουν ευρωβουλευτές από διαφορετικά κράτη μέλη στη βάση της πολιτικής τους συγγένειας. Πολιτικές ομάδες μπορούν να συγκροτηθούν και αργότερα κατά τη διάρκεια της εντολής του Κοινοβουλίου. Στο τέλος της 8ης νομοθετικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει 8 πολιτικές ομάδες.

Για να αναγνωριστεί επίσημα μια πολιτική ομάδα θα πρέπει να αποτελείται από τουλάχιστον 25 ευρωβουλευτές, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν εκλεγεί σε τουλάχιστον ένα τέταρτο των κρατών μελών (δηλ. τουλάχιστον 7). Κάθε ευρωβουλευτής μπορεί να ανήκει μόνο σε μία πολιτική ομάδα. Όταν συστήνεται μια ομάδα, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίουπρέπει να ειδοποιηθεί μέσω δήλωσης στην οποία θα ορίζεται η ονομασία της ομάδας, τα μέλη της και το προεδρείο της, καθώς και την πολιτική δήλωση η οποία θα καθορίζει τους στόχους της ομάδας.

Το Κοινοβούλιο δεν χρειάζεται κανονικά να εκτιμήσει την πολιτική συγγένεια των μελών μιας πολιτικής ομάδας. Όταν οι ευρωβουλευτές σχηματίζουν πολιτική ομάδα, αποδέχονται εξ ορισμού ότι έχουν συγγενή πολιτική τοποθέτηση. Μόνον εφόσον οι ενδιαφερόμενοι βουλευτές δεν το αποδέχονται, το Κοινοβούλιο πρέπει να εκτιμήσει εάν η συγκρότηση της ομάδας είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Κανονισμού.

Πώς χρηματοδοτούνται οι πολιτικές ομάδες;

Οι πολιτικές ομάδες διαθέτουν γραμματεία και διοικητικό εξοπλισμό που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου. Το Προεδρείο του Κοινοβουλίου θεσπίζει τους κανόνες διαχείρισης και ελέγχου αυτών των πόρων και εγκαταστάσεων. Τα διαθέσιμα κεφάλαια προορίζονται όχι μόνο για την κάλυψη των διοικητικών και λειτουργικών δαπανών του προσωπικού μιας ομάδας, αλλά και για τις δαπάνες που σχετίζονται με πολιτικές και ενημερωτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο των πολιτικών δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο προϋπολογισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση οποιασδήποτε μορφής ευρωπαϊκής, εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής προεκλογικής εκστρατείας ή για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο ή των οργανισμών που εξαρτώνται τους.

Δεν ανήκουν όλοι οι ευρωβουλευτές σε πολιτικές ομάδες. Όσοι δεν εντάσσονται σε κάποια ομάδα ονομάζονται «μη εγγεγραμμένοι» ευρωβουλευτές. Αυτοί έχουν στη διάθεσή τους γραμματεία και απολαύουν δικαιωμάτων δυνάμει των κανόνων που θεσπίζει το Προεδρείο.

Πώς διορίζονται ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και οι Επίτροποι;

  • Πρόεδρος της Επιτροπής

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η πρώτη ευκαιρία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας είναι η δεύτερη σύνοδος της ολομέλειας του Ιουλίου (15 – 18 Ιουλίου).

Μετά τις εκλογές, μία από τις πρώτες ενέργειες του νέου Κοινοβουλίου είναι η εκλογή του επόμενου Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ). Τα κράτη μέλη ανακηρύσσουν τον υποψήφιο για τη θέση, αλλά για την ανακήρυξη αυτή θα πρέπει να λάβουν υπόψη το αποτέλεσμα των Ευρωπαϊκών Εκλογών. Το Κοινοβούλιο πρέπει να εγκρίνει το νέο Πρόεδρο της Επιτροπής με απόλυτη πλειοψηφία (δηλ. με το μισό του συνόλου των ευρωβουλευτών συν μία ψήφο). Αν ο υποψήφιος δεν συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προτείνουν άλλο υποψήφιο εντός ενός μήνα (το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία).

Για τις εκλογές του 2014, το Κοινοβούλιο εγκαθίδρυσε το σύστημα των κορυφαίων υποψηφίων. Κάθε ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ανακηρύσσει υποψήφιο για την Προεδρία της Επιτροπής και το κόμμα που αναδεικνύεται ισχυρότερο στις εκλογές και συγκεντρώνει πλειοψηφία το Κοινοβούλιο μπορεί να προτείνει τον υποψήφιο του Κοινοβουλίου για την ηγεσία της Επιτροπής.

  • Επίτροποι

Οι υποψήφιοι για τα υπόλοιπα χαρτοφυλάκια της Επιτροπής πρέπει να περάσουν από «σκληρή» διαδικασία κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συμφωνία με τον εκλεγέντα ως Πρόεδρο της Επιτροπής, υιοθετεί λίστα υποψηφίων Επιτρόπων, έναν ή μία για κάθε κράτος μέλος. Αυτοί οι προτεινόμενοι Επίτροποι εμφανίζονται ενώπιον των σχετικών κοινοβουλευτικών επιτροπών ανάλογα με τους αναμενόμενους τομείς αρμοδιότητάς τους, με τις ακροάσεις να πραγματοποιούνται μάλλον τον Οκτώβριο. Κάθε επιτροπή έπειτα συνεδριάζει για να συντάξει την αξιολόγηση της επίδοσης και των προσόντων των υποψηφίων, η οποία αποστέλλεται στη συνέχεια στη Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών. Η Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών προωθεί τις επιστολές αξιολόγησης στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και η Διάσκεψη των Προέδρων επιλέγει αν θα ολοκληρώσει την ακροαματική διαδικασία. Μια αρνητική αξιολόγηση μπορεί να προκαλέσει την απόσυρση υποψηφίου από τη διαδικασία. Η σύνθεση της Επιτροπής στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου της Επιτροπής και του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, πρέπει να επικυρωθεί σε μία και μόνη ψηφοφορία έγκρισης από το Κοινοβούλιο. Αφού ο Πρόεδρος και οι Επίτροποι εγκριθούν από το Κοινοβούλιο, διορίζονται επίσημα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί με ειδική πλειοψηφία.

Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής κάποιου χαρτοφυλακίου κατά τη διάρκεια της θητείας της Επιτροπής, πλήρωσης κενής θέσης ή διορισμού νέου Επιτρόπου μετά την προσχώρηση κάποιου νέου κράτους μέλους, ο εν λόγω Επίτροπος θα πρέπει επίσης να υποβληθεί στην ίδια ακροαματική διαδικασία από τη σχετική κοινοβουλευτική επιτροπή.

Τι βρίσκεται στην ατζέντα της εναρκτήριας συνεδρίασης του Κοινοβουλίου για την 9η περίοδο (2 – 4 Ιουλίου 2019);

Οι νεοεκλεγέντες ευρωβουλευτές, ως αντιπρόσωποι των Ευρωπαίων πολιτών μέχρι το 2024, θα συμμετάσχουν στην εναρκτήρια συνεδρίαση του Κοινοβουλίου από τις 2 ως τις 4 Ιουλίου. Εκεί θα εκλέξουν τον Πρόεδρο, 14 Αντιπροέδρους και πέντε Κοσμήτορες. Θα αποφασίσουν επίσης από πόσους βουλευτές θα απαρτίζονται οι μόνιμες επιτροπές του ΕΚ αλλά και οι υποεπιτροπές, σηματοδοτώντας έτσι την έναρξη της νέας (9ης) νομοθετικής περιόδου. Τις επόμενες εβδομάδες, οι επιτροπές θα συνεδριάσουν για πρώτη φορά για να εκλέξουν τους προέδρους και τους αντιπροέδρους τους.

Ποιος θα προεδρεύσει στην πρώτη συνεδρίαση; Πώς εκλέγεται ο Πρόεδρος;

Στη συνεδρίαση κατά την οποία θα εκλεγεί ο νέος Πρόεδρος θα προεδρεύσει ο απερχόμενος Πρόεδρος ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, ένας από τους Αντιπροέδρους (κατά την τάξη της εκλογής τους) ή, ελλείψει αυτών, ο βουλευτής με την πιο μακρά θητεία.

Οι υποψήφιοι για την προεδρία μπορούν να προταθούν είτε από μια πολιτική ομάδα είτε από το 1/20ό των μελών του ΕΚ, δηλ. 38 ευρωβουλευτές («χαμηλό ελάχιστο όριο» όπως αυτό ορίστηκε στον αναθεωρημένο Κανονισμό). Η εκλογή πραγματοποιείται με μυστική ψηφοφορία (Άρθρο 15).

Οι ευρωβουλευτές ψηφίζουν σημειώνοντας τον υποψήφιο της προτίμησής τους σε ψηφοδέλτιο το οποίο τοποθετούν σε κάλπη. Η διαδικασία επιβλέπεται από οκτώ εφόρους, οι οποίοι επιλέγονται μεταξύ των ευρωβουλευτών. Για να εκλεγεί ένας υποψήφιος πρέπει να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων, δηλ. 50% συν μία (Άρθρο 16).

Λευκά ή άκυρα ψηφοδέλτια δεν προσμετρώνται για τον υπολογισμό της απαραίτητης πλειοψηφίας. Αν δεν εκλεγεί κάποιος από τους υποψηφίους κατά τον πρώτο γύρο της ψηφοφορίας, πραγματοποιείται δεύτερος γύρος με τους ίδιους ή άλλους υποψηφίους αλλά με τους ίδιους κανόνες. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί και για τον τρίτο γύρο της ψηφοφορίας.

Σε περίπτωση που δεν εκλεγεί κανείς κατά τον τρίτο γύρο, οι δύο υποψήφιοι με τις περισσότερες ψήφους σε αυτό το γύρο προτείνονται για τον τέταρτο γύρο, όπου όποιος λάβει τις περισσότερες ψήφους κερδίζει. Ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος παίρνει τη θέση του στο προεδρείο και μπορεί να απευθύνει εναρκτήριο διάγγελμα πριν προεδρεύσει επί της διαδικασίας εκλογής των Αντιπροέδρων και των Κοσμητόρων.

Πώς εκλέγονται οι Αντιπρόεδροι και οι Κοσμήτορες;

Μετά την εκλογή του Προέδρου, το Κοινοβούλιο εκλέγει τα άλλα δύο κύρια πολιτικά σώματα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του, με την εξής σειρά: πρώτα οι 14 Αντιπρόεδροι και έπειτα οι πέντε Κοσμήτορες.

Υποψηφιότητες υποβάλλονται με τον ίδιο τρόπο όπως για τη θέση του Προέδρου (Άρθρο 15). Οι 14 Αντιπρόεδροι εκλέγονται σε μία και μόνη ψηφοφορία με την απόλυτη πλειοψηφία των ψηφισάντων. Αν ο αριθμός των υποψηφίων που καταφέρουν να εκλεγούν είναι μικρότερος του 14, διεξάγεται και δεύτερη ψηφοφορία, με τους ίδιους όρους, για να πληρωθούν οι υπόλοιπες έδρες. Αν απαιτηθεί και τρίτη ψηφοφορία, τότε αρκεί η σχετική πλειοψηφία. (Άρθρο 17)

Η τάξη των Αντιπροέδρων καθορίζεται από τη σειρά της εκλογής τους και, σε περίπτωση ισοψηφίας, από την ηλικία τους. Αν η εκλογή των Αντιπροέδρων γίνει διά βοής, διενεργείται μυστική ψηφοφορία για τον καθορισμό της τάξης της εκλογής.

Η εκλογή των Κοσμητόρων πραγματοποιείται με την ίδια διαδικασία που χρησιμοποιείται και για την εκλογή των Αντιπροέδρων. Στην πράξη, οι πολιτικές ομάδες επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι η σύνθεση των Αντιπροέδρων και των Κοσμητόρων αντικατοπτρίζει σε γενικές γραμμές την αριθμητική ισχύ των ομάδων και ότι λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου.

Πότε θα μάθουμε ποιοι ευρωβουλευτές θα συμμετέχουν σε κάθε επιτροπή; Πόσα μέλη θα έχει κάθε επιτροπή;

Κατά την εναρκτήρια συνεδρίασή του (2 – 4 Ιουλίου), το Κοινοβούλιο θα αποφασίσει επίσης επί της αριθμητικής σύνθεση των επιτροπών του, βάσει πρότασης που θα υποβληθεί από τη Διάσκεψη των Προέδρων. Η πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων υποβάλλεται στη σύνοδο της ολομέλειας προς έγκριση με απλή πλειοψηφία.

Οι υποψηφιότητες θα καθοριστούν από τις πολιτικές ομάδες και θα ανακοινωθούν στην ολομέλεια κατά τη διάρκεια της πρώτης συνόδου της (χωρίς ψηφοφορία, σύμφωνα με το Προσάρτημα του Κανονισμού). Οι εναρκτήριες συνεδριάσεις των επιτροπών πραγματοποιούνται την επόμενη εβδομάδα για να εκλεγούν οι πρόεδροι και οι αντιπρόεδροί τους. Οι επιτροπές συστήνονται για 2.5 χρόνια.

Οι επιτροπές τροποποιούν νομοθετικές προτάσεις μέσω της υιοθέτησης εκθέσεων, υποβάλλουν τροπολογίες στην ολομέλεια και ορίζουν διαπραγματευτικές ομάδες για την πραγματοποίηση των συνδιαλλαγών με το Συμβούλιο ρεπό της νομοθεσίας της ΕΕ. Υιοθετούν επίσης εκθέσεις πρωτοβουλίας, διοργανώνουν ακροάσεις ειδημόνων και ελέγχουν το έργο των άλλων θεσμών και οργάνων της ΕΕ.

Κατά την 8η νομοθετική περίοδο, οι επιτροπές απαρτίζονταν από 25 έως 73 τακτικά μέλη και αντίστοιχο αριθμό αναπληρωματικών μελών. Η αριθμητική σύσταση των επιτροπών για την 9η νομοθετική περίοδο θα αποφασιστεί στην πρώτη σύνοδο της ολομέλειας βάσει της πρότασης της Διάσκεψης των Προέδρων.