Ως αλλόχθονα ή ξενικά είδη χαρακτηρίζονται οι οργανισμοί εκείνοι που η παρουσία τους σε ένα οικοσύστημα οφείλεται σε εκούσια, ή ακούσια ανθρώπινη δραστηριότητα και όχι στη φυσική εξάπλωση τους.

Στη Μεσόγειο βρίσκονται περισσότερα από 800 ξενικά είδη, τα οποία εισέρχονται και εξαπλώνονται ανεξέλεγκτα, κατά κύριο λόγο από τη Διώρυγα του Σουέζ. προκαλώντας σε πολλές περιπτώσεις σημαντικές ζημιές στα τοπικά οικοσυστήματα, στην τοπική οικονομία ακόμα και στην ανθρώπινη υγεία. Ωστόσο υπάρχουν και ξενικά είδη που μπορεί να προσφέρουν οφέλη π.χ. για την αλιεία ή να αντικαθιστούν χαμένες οικολογικές λειτουργίες ή να ενισχύουν βιολογική πολυπλοκότητα των οικοσυστημάτων. Η διακοπή της εξάπλωσης τέτοιων ειδών είναι ουσιαστικά αδύνατη ειδικά με τα εργαλεία που διαθέτουμε σήμερα.

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο γνωστό περιοδικό ‘Journal of Environmental Management’- με επικεφαλής την Marine and Environmental Research (MER) Lab στην Κύπρο, σε συνεργασία με επιστήμονες από ελληνικούς οργανισμούς όπως η iSea, το Πανεπιστήμιο Πατρών, το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε, το Πανεπιστήμιο του Πλύμουθ (Ηνωμένο Βασιλείο) και το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ (Αυστραλίας) έρχεται να προτείνει θεσμικές αλλαγές στην προσέγγιση και διαχείριση των θαλάσσιων ξενικών ειδών στην Μεσόγειο.

Με σκοπό την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, η μελέτη προτείνει την ανάλυση κόστους-οφέλους του κάθε είδους, καθώς μια σειρά θεσμικών μεταρρυθμίσεων με στόχο τη βιώσιμη, είτε τη μη βιώσιμη εκμετάλλευση των ξενικών ειδών, ανάλογα με τις επιπτώσεις που έχει το καθένα για το οικοσύστημα.

Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν αντιληπτά οφέλη, προτείνεται η θεσμοθέτηση της ενεργητική υπεραλίευσης τους, όπως η προώθηση μέσα από συγκεκριμένες άδειες ερασιτεχνικής αλιείας με κίνητρα, ακόμη και οικονομικά. Προτείνονται επίσης επενδύσεις στην αγορά και αξιοποίηση των προϊόντων από ξενικά είδη, ανάπτυξη νέων προϊόντων και προώθηση του τουρισμού που σχετίζεται με την αλιεία τους. Παράλληλα, η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία της επένδυσης σε φυσικές λύσεις, όπως η προστασία των θηρευτών τους, η ενίσχυση των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών και η δυνατότητα στους αυτοδύτες να απομακρύνουν συγκεκριμένα χωροκατακτητικά είδη.

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η εφαρμογή των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων θα μετατρέψει τα ξενικά είδη σε πηγή εισοδήματος και τροφής βοηθώντας στην εκπλήρωση νομοθεσιών και στόχων, όπως ο Στόχος Αειφόρου Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών 14 κ.α.

Ο Περικλής Κλείτου, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνητής στην Κυπριακή εταιρεία MER Lab, δήλωσε:

«Οι θαλάσσιοι πόροι της Μεσογείου δεν διαχειρίζονται βιώσιμα. Αν και πολλά ξενικά είδη είναι καταστροφικά για το οικοσύστημα, είναι λανθασμένο να θεωρούμε πως όλα τα ξενικά είδη έχουν το ίδο αποτέλεσμα. Ορισμένα είδη έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή μας εδώ και δεκαετίες διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην ισορροπία του οικοσυστήματος και της αλιείας. Σε ορισμένα μέρη της ανατολικής Μεσογείου ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν πάνω από το ήμισυ των αλιευμάτων. Είναι σημαντικό αυτά τα είδη να διαχειρίζονται ορθά. Παράλληλα, είδη που οδηγούν σε καταστροφές πρέπει να καταπολεμούνται και θεωρούμε ότι οι ερασιτέχνες ψαράδες και οι δύτες, μαζί με τους επαγγελματίες αλιείς μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια. Οι λύσεις που προτείνουμε θα δημιουργήσουν ένα πλαίσιο βασισμένο στο οικοσύστημα για την προώθηση της αλιευτικής βιωσιμότητας στην περιοχή».

Ο συν-συγγραφέας Iωάννης Γιώβος, από την περιβαλλοντική οργάνωση iSea πρόσθεσε: «δε μπορούμε να μιλάμε για καταπολέμηση των ξενικών ειδών χωρίς ταυτόχρονα να προστατεύουμε τους πιθανούς αυτόχθονους θηρευτές τους πολλοί από τους οποίους κινδυνεύουμε με εξαφάνιση στη Μεσόγειο λόγω της υπεραλίευσης. Τα ξενικά είδη εκτός από πρόβλημα, με τα κατάλληλα μέτρα και θεσμικές αλλαγές μπορούν να αποτελέσουν κινητήριο μοχλό για την αειφορική διαχείριση των αποθεμάτων και ανάσα για τα μεσογειακά οικοσυστήματα, αλλά αυτό απαιτεί γενναίες κινήσεις σε εθνικό, μεσογεικαό και ευρωπαϊκό επίπεδο»

Η πλήρης μελέτη – Kleitou et al: Fishery Reforms for the Management of Non-Indigenous Species – βρίσκεται στο περιοδικό Journal of Environmental Management, doi: 10.1016 / j.jenvman.2020.111690.

Πηγή: sigmalive.com