Συνωστισμός υποψηφίων στην «κούρσα» για τη διαδοχή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, ένα χρόνο πριν από τη λήξη της θητείας του, ωστόσο είναι πολύ νωρίς ακόμη για οποιαδήποτε σοβαρή πρόβλεψη.

Με εξαίρεση την περίπτωση του Γιούνκερ, ο οποίος από την πρώτη μέρα της υποψηφιότητάς του, δηλαδή ένα χρόνο πριν από την εκλογή του το 2014, ήταν το απόλυτο φαβορί, η προϊστορία λέει ότι τη θέση παίρνει κάποιος που εμφανίζεται δημόσια την τελευταία στιγμή. Συνέβη τα τελευταία 20 χρόνια με όλους τους προέδρους, τον Ζακ Σαντέρ, τον Ρομάνο Πρόντι και τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο.

Σύμφωνα με τη συνθήκη, τον πρόεδρο εκλέγει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλαδή οι Ευρωπαίοι ηγέτες με ειδική πλειοψηφία, ενώ στη συνέχεια πρέπει να τον εγκρίνει και η Ολομέλεια της Ευρωβουλής, κάτι που τις προηγούμενες φορές έγινε χωρίς κανένα πρόβλημα.

Ωστόσο, στην εκλογή του Γιούνκερ ακολουθήθηκε για πρώτη φορά διαφορετική διαδικασία με την ανοχή των Ευρωπαίων ηγετών. Οι υποψήφιοι προέρχονταν από όλες τις μεγάλες πολιτικές οικογένειες της Ευρωβουλής, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους. Η συμφωνία προέβλεπε ότι ο πρόεδρος της Κομισιόν θα προέλθει από την πολιτική οικογένεια που θα κερδίσει τις περισσότερες έδρες στις ευρωεκλογές του 2014. Το ΕΛΚ τερμάτισε πρώτο και έστειλε το Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στην προεδρία της Κομισιόν.

Η Ευρωβουλή θέλει να ακολουθήσει και τώρα την ίδια διαδικασία, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα γίνει δεκτή από ορισμένα κράτη-μέλη. Το 2014 η υποψηφιότητα Γιούνκερ βόλευε όλους τους ηγέτες, γι’ αυτό αποδέχθηκαν αυτήν την προεκλογική εκστρατεία, τώρα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, έχει ταχθεί δημόσια κατά αυτού του τρόπου επιλογής, λέγοντας ότι δεν προβλέπεται από τη συνθήκη. Η Ευρωβουλή μπορεί να εκβιάσει την κατάσταση απειλώντας ότι δεν θα ψηφίσει πρόεδρο εάν δεν επαναληφθεί η διαδικασία του 2014, ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι ευρωβουλευτές θα αψηφήσουν τη βούληση των κυβερνήσεών τους.

Αναφορικά με τους υποψηφίους, μέχρι στιγμής υπάρχουν επίσημες υποψηφιότητας προερχόμενες από το ΕΛΚ και τους Σοσιαλιστές.

Από το ΕΛΚ υποψήφιοι είναι ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην Ευρωβουλή, Γερμανός Μάνφρεντ Βέμπερ, και ο πρώην πρωθυπουργός της Φινλανδίας και νυν αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Αλεξάντερ Στουμπ.

Από τους Σοσιαλιστές υποψήφιοι είναι δύο νυν αντιπρόεδροι της Κομισιόν, ο Ολλανδός Φρανς Τίμερμανς και ο Σλοβάκος Μάρος Σέφτσοβιτς.

Tα δύο παραπάνω πολιτικά κόμματα θα διοργανώσουν συνέδρια για να εκλέξουν τον υποψήφιό τους, ενώ το ίδιο θα κάνουν και οι άλλες πολιτικές ομάδες τους επόμενους μήνες. Η διαδικασία του 2014 προέβλεπε δημόσιες συζητήσεις μεταξύ των υποψηφίων, οι οποίες αναμεταδόθηκαν ζωντανές σε όλα τα κράτη-μέλη.

Υποψήφιος ήθελε να είναι και ο σοσιαλιστής Γάλλος επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί, ωστόσο δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη στήριξη του κόμματός του, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τις προσπάθειες. Τις προσπάθειες εγκατέλειψε και ο Σοσιαλδημοκράτης πρώην καγκελάριος της Αυστρίας, Κρίστιαν Κερν.

Από τους μέχρι τώρα υποψηφίους κανένας δεν έχει το πολιτικό βάρος που απαιτεί η θέση του προέδρου της Κομισιόν. Μπορεί τα κράτη-μέλη, δηλαδή οι κυβερνήσεις να λαμβάνουν όλες τις αποφάσεις στην Ε.Ε., ωστόσο χωρίς την Κομισιόν δεν μπορεί να λειτουργήσει η Ευρώπη, γιατί είναι ταυτόχρονα το όργανο που προτείνει κάθε νέα νομοθεσία ή τροποποίηση της υφισταμένης, αλλά και το όργανο που επιβλέπει την τήρηση της νομοθεσίας από τα κράτη-μέλη.

Συνεπώς, εάν οι Ευρωπαίοι ηγέτες θέλουν μια ισχυρή Επιτροπή, τότε δεν πρόκειται να επιλέξουν κανέναν από τους παραπάνω επίσημους υποψηφίους. Μάλιστα, εάν επικρατήσει η θέση του Μακρόν, η προεκλογική εκστρατεία και η διαδικασία μέσω της Ευρωβουλής δεν έχουν κανένα νόημα.

Το όνομα που ακούστηκε έντονα τους τελευταίους μήνες ήταν του Γάλλου πρώην επιτρόπου και υπουργού, Μισέλ Μπαρνιέ, ο οποίος είναι σήμερα επικεφαλής της ευρωπαϊκής πλευράς στις διαπραγματεύσεις με τη βρετανική κυβέρνηση για το Βrexit.

Πρόκειται για έναν πεπεισμένο ευρωπαϊστή με πολιτικό ένστικτο και ικανότητες. Μάλιστα, ως αρμόδιος επίτροπος ήταν αυτός που προώθησε όλη την κοινοτική νομοθεσία την περίοδο 2009-2014 προκειμένου να μπει τάξη στον τραπεζικό τομέα, ώστε να μην επαναληφθεί παρόμοια κρίση με εκείνη του 2008. Οι μετοχές του ανέβηκαν πολύ τους τελευταίους μήνες, ως επικεφαλής διαπραγματευτής της Ε.Ε. για το Βrexit, δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα θεσμικά όργανα (Συμβούλιο, Κομισιόν, Ευρωβουλή), αλλά και οι Ευρωπαίοι ηγέτες σε κάθε ευκαιρία πλέκουν το εγκώμιο του Μ. Μπαρνιέ. Κι αυτό γιατί, αφενός μεν, έχει κρατήσει τους Ευρωπαίους απολύτως ενωμένους, αφετέρου δε, έχει φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τους Βρετανούς, οι οποίοι βλέπουν ότι οι υποχωρήσεις είναι μονόδρομος.

Ο Μ. Μπαρνιέ, προφανώς λόγω της εμπλοκής του στις διαπραγματεύσεις για το Βrexit, είπε ότι δεν θα είναι ένας εκ των υποψηφίων που θα διεκδικήσουν το χρίσμα του ΕΛΚ (πολιτική οικογένεια στην οποία ανήκει). Ωστόσο, εάν μέχρι το τέλος του έτους υπάρξει συμφωνία για το Βrexit, είναι πολύ πιθανόν ότι κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες θα προτείνουν οι ίδιοι τον Μισέλ Μπαρνιέ για την προεδρία της Κομισιόν και στην περίπτωση αυτή όλα τα ενδεχόμενα θα είναι ανοιχτά.

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής