Μηνάς Τσαμόπουλος

Οι ναυτιλιακές εταιρείες διαχείρισης αναμένεται να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στο μέλλον στη διεθνή και ελληνική ναυτιλία, γεγονός άλλωστε που μαρτυρούν και τα πρόσφατα στοιχεία

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, οι ανεξάρτητες εταιρείες διαχείρισης πλοίων έχουν  σημειώσει σημαντική άνοδο στη διεθνή και ελληνική ναυτιλιακή σκηνή. Η γρήγορη εξέλιξή τους έχει οδηγήσει πλέον στο σχηματισμό μίας ουσιαστικά «ξεχωριστής» βιομηχανίας, αλλά και στην εισαγωγή σε μια νέα πραγματικότητα όσον αφορά στην πρακτική διαχείρισης των πλοίων,  σύμφωνα με την οποία η παραδοσιακή πρακτική που θέλει τον ιδιοκτήτη του πλοίου να είναι επίσης ο διαχειριστής να μην είναι πάντα η προτεραιότητα για τους πλοιοκτήτες, με τους δύο ρόλους πλέον να διαχωρίζονται. Είναι γεγονός ότι για αρκετά χρόνια οι third party ship managers κατείχαν ένα μικρό μερίδιο της αγοράς και δεν αποτελούσαν την πρώτη επιλογή για τον πλοιοκτήτη.

Ωστόσο σήμερα, η στάση  απέναντι στους third party ship managers  αλλάζει. Οι ναυτιλιακές εταιρείες διαχείρισης αναμένεται να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στο μέλλον στη διεθνή και ελληνική ναυτιλία, γεγονός άλλωστε που μαρτυρούν και τα πρόσφατα στοιχεία.

Οι παραδοσιακοί πλοιοκτήτες αναθεωρούν την στάση τους όσον αφορά στις πρακτικές διαχείρισης του πλοίου, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορικού στόλου να έχει πλέον ανατεθεί σε εταιρείες διαχείρισης. Η στροφή αυτή προς την επαγγελματική διαχείριση του πλοίου είναι αισθητή και στην ελληνική ναυτιλιακή σκηνή, καθώς όλο και περισσότεροι Έλληνες πλοιοκτήτες επιλέγουν να αναθέσουν την διαχείριση του πλοίου τους, ή συγκεκριμένες λειτουργίες, σε κάποια διαχειρίστρια εταιρεία, ή ακόμη συνάπτουν μακροπρόθεσμες συνεργασίες με στρατηγικό περιεχόμενο.

Στην ερώτηση ποιοι είναι οι λόγοι που συντέλεσαν σε αυτή τη «στροφή» προς την επαγγελματική διαχείριση του πλοίου, ο  Κώστας Κόντες, Γενικός Διευθυντής του γραφείου της V. Ships στην Ελλάδα, δηλώνει πως η απάντηση βρίσκεται στην πληθώρα των πλεονεκτημάτων και των δυνατοτήτων που αποκτά ένας πλοιοκτήτης προχωρώντας σε μία τέτοια κίνηση:

«Αρχικά, οι πλοιοκτήτες που επιλέγουν να δώσουν τη διαχείριση του πλοίου ή και του στόλου τους, έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν σε μεγαλύτερο βαθμό με την αγοραπωλησία πλοίων, ή το εμπορικό κομμάτι της επιχείρησης που τελικά μπορεί να συνεισφέρει περισσότερο στην κερδοφορία, και αναλόγως να επωφεληθούν της αγοράς χωρίς να περιορίζονται από στοιχεία που έχουν να κάνουν με τη λειτουργική διαχείριση των πλοίων, την έλλειψη πόρων, όπως ανθρώπινο δυναμικό, κλπ.

Ακόμη, οι third party ship managers αποτελούν μία ιδανική λύση για τους  πλοιοκτήτες εκείνους, οι οποίοι αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν και σε κάποιον άλλο τομέα, όπως για παράδειγμα  από ένα στόλο δεξαμενοπλοίων να επεκταθούν και σε πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και χρειάζονται έναν επαγγελματία με την απαραίτητη εξειδίκευση, ή για όσους έχουν καθαρά επενδυτικά κριτήρια, εκπροσωπούν κάποιον επενδυτικό οργανισμό και μέχρι πρότινος δεν δραστηριοποιούνταν στον χώρο της ναυτιλίας».

Υπάρχει όμως και ένας ακόμη σημαντικός λόγος που οι πλοιοκτήτες εμπιστεύονται σε διαχειρίστρια εταιρεία τη διαχείριση των πλοίων τους. Είναι η οικονομία κλίμακος στις παρεχόμενες υπηρεσίες.

«Λαμβάνοντας υπόψιν τον έντονο ανταγωνισμό που χαρακτηρίζει τη βιομηχανία της ναυτιλίας σήμερα, και αφορά κυρίως στη σχέση μεταξύ κόστους και ποιότητας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι  το μέγεθος και ο όγκος μίας μεγάλης διαχειρίστριας εταιρείας αυξάνουν σημαντικά την  διαπραγματευτική της δύναμη, εξασφαλίζοντας σε πολλές περιπτώσεις συνθήκες ευνοϊκότερες από αυτές που θα εξασφάλιζε κάποιος μεμονωμένος παίκτης στην αγορά και προσφέροντας παράλληλα μία ευρεία γκάμα υπηρεσιών από π.χ. κλασσικές υπηρεσίες διαχείρισης στην παροχή μεμονωμένων τεχνικών ή και συμβουλευτικών υπηρεσιών κλπ. «Γι’ αυτό άλλωστε και πολλές μικρού και μεσαίου μεγέθους οικογενειακές ναυτιλιακές εταιρείες, προκειμένου να  παραμείνουν ανταγωνιστικές στον διεθνή χώρο της ναυτιλίας, στρέφονται προς την επαγγελματική διαχείριση από μία μεγάλη εταιρεία» επισημαίνει ο Κώστας Κόντες.

Από την πλευρά του,  ο Υπεύθυνος Ανάπτυξης Εργασιών -Business Development Director της V. Ships για την Νότια Ευρώπη, Δημήτρης Μήτρου αναφερόμενος στην ελληνική ναυτιλιακή αγορά τονίζει:

«Η καλύτερη απόδειξη ότι η ελληνική αγορά βλέπει όλο και πιο θετικά το third party management, είναι το γεγονός ότι το ελληνικό γραφείο της V. Ships είναι ένα από τα πιο γρήγορα αναπτυσσόμενα γραφεία του Ομίλου. Η V. Ships κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στο third party management στην Εληνόκτητη Ναυτιλία» και προσθέτει αναφερόμενος στον έντονο  ανταγωνισμό που υπάρχει στον κλάδο των διαχειριστριών εταιρειών:

«Σήμερα, οι ανεξάρτητες εταιρείες διαχείρισης πλοίων έχουν αυξηθεί σημαντικά σε αριθμό και μέγεθος, με τον ελεγχόμενο στόλο να αποτελεί ήδη ένα σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορικού στόλου, και να αυξάνεται συνεχώς. Ο μεγάλος αριθμός των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο third party ship management, αλλά και οι αυξανόμενές απαιτήσεις των πλοιοκτητών για παροχή ποιοτικών και ανταγωνιστικών ως προς το κόστος υπηρεσιών, έχουν αυξήσει σημαντικά τον ανταγωνισμό. Οι μεγαλύτεροι διαχειριστές, με σκοπό να παραμείνουν ανταγωνιστικοί  έχουν υιοθετήσει πρακτικές εξαγοράς ή συγχώνευσης, ή στρέφονται ακόμη προς συνεργασίες πιο στρατηγικού περιεχομένου με τους πελάτες τους».

Στο σημείο αυτό τον λόγο παίρνει ο Κώστας Κόντες αναφερόμενος στη V.Ships:

«H V. Ships και πιο συγκεκριμένα το γραφείο της Ελλάδας, προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική και να συνεχίσει προσφέρει στους Έλληνες πλοιοκτήτες υπηρεσίες διαχείρισης υψηλών προδιαγραφών, επικεντρώνεται στις ανάγκες που έχει η αγορά και επενδύει σε μεγάλο βαθμό στο ανθρώπινο δυναμικό της. Προσπαθούμε πάντα  να αφουγκραζόμαστε την αγορά και να προσαρμοζόμαστε στις ανάγκες της, με κύριο στόχο να προφέρουμε το καλύτερο στους πελάτες μας.  Τα σχέδιά μας για το εγγύς μέλλον παραμένουν επικεντρωμένα στην άψογη εξυπηρέτηση, εξασφαλίζοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες μας μέσα στις αντίξοες και πρωτόγνωρες καταστάσεις που βιώνουμε» και συνεχίζει:

«Ο Όμιλος, τη δεδομένη χρονική στιγμή, δίνει μεγάλη βαρύτητα στην κάλυψη των αναγκών των πελατών, προσφέροντας υπηρεσίες που καλύπτουν από την τροφοδοσία του πληρώματος και το κομμάτι των ταξιδιών, μέχρι επιθεωρήσεις επισκευών κάτω από το νερό, καθώς και την παροχή ειδικών ομάδων εκπαίδευσης πάνω στα πλοία, ή ακόμη και τη δυνατότητα συμμετοχής στον όμιλο αγοράς ανταλλακτικών και άλλων αναγκαίων, μέσω της πλατφόρμας MARCAS, που πραγματοποιεί αγορές για το σύνολο των πλοίων – περίπου 1.500 πλοία βρίσκονται σήμερα κάτω από την πλατφόρμα –  δίνοντας μοναδικά προνόμια στους πλοιοκτήτες.

Επίσης, δίνουμε προτεραιότητα στην τεχνολογία, επενδύοντας στην ανάπτυξη συστημάτων που θα διευκολύνουν την ομάδα διαχείρισης του πλοίου, αλλά και θα εξασφαλίσουν την διαφάνεια προς τους πελάτες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συμμετέχουν και εκείνοι πλέον ενεργά και να έχουν πρόσβαση στην πληροφόρηση. Το σύστημα που χρησιμοποιούμε, έχοντας επενδύσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, είναι το ShipSure, το οποίο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα συστήματα που δίνουν την δυνατότητα να συνδυάσει την μηχανογράφηση των τμημάτων μιας ναυτιλιακής και παράλληλα να μπορεί να προσαρμοστεί με οποιοδήποτε σύστημα που ένας πλοιοκτήτης μπορεί να έχει εγκαταστήσει, ή να θέλει να εγκαταστήσει, στο πλοίο του. Περίπου 700 πλοία υποστηρίζονται καθημερινά στην λειτουργία τους από την πλατφόρμα».

Όπως επισημαίνει ο Κώστας Κόντες «ο  Όμιλος δεν περιορίζεται μόνο στην παροχή κλασσικών υπηρεσιών διαχείρισης, αλλά προσφέρει μία ευρεία γκάμα υπηρεσιών, καλύπτοντας όλο το φάσμα των αναγκών της λειτουργικής διαχείρισης ενός πλοίου, όπως παροχή τροφοδοσίας από την Oceanic Catering, τεχνικές υπηρεσίες και εργασίες από την SeaTec, ταξιδιωτικές υπηρεσίες από την GMT, ή και ακόμη υπηρεσίες ασφάλισης από την εταιρεία του Ομίλου, V. Scope.  

Βασικός στόχος της V. Ships τη δεδομένη χρονική περίοδο, παραμένει η άψογη εξυπηρέτηση των πελατών της, με σκοπό να συμβάλει όσο το δυνατόν περισσότερο στην ελαχιστοποίηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκάλεσε η πανδημία στην βιομηχανία της ναυτιλίας, τόσο σε τοπικό όσο και διεθνές επίπεδο. Είναι βασικό αυτή την στιγμή να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τα πλοία, τους ναυτικούς μας, οι οποίοι παρά τις δυσκολίες υποστηρίζουν τα πλοία μας, και να εξασφαλίσουμε ότι η εφοδιαστική αλυσίδα παραμένει ανεπίστρεπτη. Είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τι προσφέρει η ναυτιλία και το επάγγελμα του ναυτικού στην παγκόσμια οικονομία» και καταλήγει:

«Θα ήθελα να αναφέρω πως ως V Group είμαστε περήφανοι που βρισκόμαστε στην ελληνική αγορά, και έχουμε προσλάβει ελληνόπουλα με αστείρευτο ταλέντο να εργάζονται για εμάς και να εξελίσσονται μέσα από μια πολυεθνική εταιρεία σαν την δική μας με δυνατότητα να έχουν μια διεθνή καριέρα».

Οι ρίζες

Η V.Ships και ο ιδρυτής της Αλέξανδρος Βλάσοφ είχαν πάντοτε στενότατες σχέσεις με τον ελληνικό εφοπλισμό. 1880. Στην τότε τσαρική Ρωσία στην πόλη Novocerkassk μόλις 50 χιλιόμετρα βόρεια του Rostov γεννιέται από Κοζάκους χωρικούς ο Alexander Vlasov. Στα 13 του χρόνια, με τη βοήθεια του παππού του κατέβηκε στην Οδησσό όπου έκανε διάφορες δουλειές ενώ ταυτόχρονα σπούδαζε. Στα 30 του, πιάνει δουλειά στο Δημαρχείο της πόλης όπου γνωρίζει και παντρεύεται τη Βέρα. Εκεί δούλευε στο Υγειονομικό Τμήμα και ήταν υπεύθυνος για τα πλοία που κατέπλεαν στο λιμάνι της Οδησσού. Ήταν η πρώτη του επαφή με τη ναυτιλία που έμελε να σημαδέψει τη ζωή του.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1913 γεννιέται ο γιός του Boris. Το 1917 ξεσπάει η Οκτωβριανή Επανάσταση. Η Οδησσός μετατρέπεται σε θέατρο μαχών. Μέσα στον χαμό χάνει τη γυναίκα του την οποία θα συναντήσει ξανά μετά από πάρα πολλά χρόνια όταν ήταν ήδη παντρεμένος για δεύτερη φορά. Ο ίδιος φίλα προσκείμενος στο τσαρικό καθεστώς καταφέρνει να διαφύγει από τους Επαναστάτες μαζί με τον 4χρονο γιό του και να καταλήξει στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας και αργότερα στην Πολωνία.

Το 1925 αναλαμβάνει γενικός πράκτορας της εταιρείας Romania of Skarboferm, μία εταιρείας η οποία ελέγχει ανθρακωρυχεία στην Πολωνία. Ναυλώνει πλοία για να μεταφέρει το κάρβουνο στη Ρουμανία.

Τον Απρίλιο του 1928 αγοράζει το πρώτου μικρό πλοίο το οποίο κάνει κυκλικά δρομολόγια μεταφέροντας άνθρακα μεταξύ του Danzing (Gdansk) της Πολωνίας, του Κιέλου και της Kotka που βρίσκεται στη Φιλανδία.

Toν Φεβρουάριο του 1933 αποκτά τη γενική πρακτόρευση της Skarboferm σε Ιταλία και Ελλάδα. Τότε συνεταιρίζεται με τον Έλληνα εφοπλιστή Π.Αργυρόπουλο και αποκτά μισό-μισό το δεύτερο πλοίο του, το Mimoza και ορίζουν ως διαχειριστή τον Κ.Αρβανιτίδη με έδρα τον Πειραιά.

Αποκτάει την Romania Prima Societate Natinala de Navigatione. Ο Όμιλος Vlasov παίρνει σάρκα και οστά. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς παίρνει και το άλλο 50% του πλοίου Mimoza από τον Έλληνα πλοιοκτήτη και αγοράζει άλλα δύο πλοία.

Το 1936 ιδρύει στο Λονδίνο την εταιρεία Campden hill steamship Co.LTD σε συνεργασία με τον διάσημο ΄Ελληνα εφοπλιστή Μανώλη Κουλουκουντή, απόγονοι του οποίου βρίσκονται και σήμερα στην εταιρεία και ακολούθησαν άλλες δύο.

Το 1938 με την ξαφνική όσο και αιματηρή ενθρόνιση στη Ρουμανία του δικτάτορα Carol II ο Alexander Vlasov κλείνει τις επιχειρήσεις του στη χώρα και μετακινείται στο Μιλάνο.

Το 1940 με την Ιταλία να ετοιμάζεται να μπει στο Μεγάλο Πόλεμο όλη η φαμίλια του Alexander Vlasov μετακομίζει στην Ελβετία και λίγους μήνες αργότερα στη Νέα Υόρκη. Εκεί ιδρύει την Alvion Steam Ship Corporation Inc και μία θυγατρικής της στον Παναμά.

Τον Φεβρουάριο του 1941 εγκαθίσταται στο Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή ανοίγοντας τη μία εταιρεία πίσω από την άλλη, ενώ πήρε και την υπηκοότητα.

Το 1952 εγκαθίσταται στη Γένοβα σε ένα πύργο που αγόρασε.

Εννέα χρόνια αργότερα, στα 3 Οκτωβρίου του 1961 ο Αlexandre πεθαίνει στη Γένοβα κλείνοντας ένα σημαντικό κεφάλαιο για τον μικρό πρόσφυγα από τη σημερινή Ουκρανία, που χωρίς στον ήλιο μοίρα έγινε πάμπλουτος γυρίζοντας όλο τον κόσμο.

Την αυτοκρατορία των Vlasov Αναλαμβάνει ο γιός του Boris σε ηλικία 48 ετών. Το 1984 ήταν σημαδιακή χρονιά για την οικογένεια «V». Ο διευθυντής του Boris του πρότεινε να συστήσουν εταιρεία διαχείρισης πλοίων. Στο Μόντε Κάρλο είχε πολλούς φίλους εφοπλιστές που του έδιναν τα πλοία τους να τα διαχειρίζεται για να γλιτώνουν εκείνοι το κόστος λειτουργίας τους ενώ ήταν σίγουροι ότι τα πλοία τους θα είναι σε καλά χέρια.

Τότε έγινε και ο διαχωρισμός. Υπήρχε ο Όμιλος του Boris Vlasov και η V.Ships.

Το άνοιγμα του Ομίλου προς την κορυφή έγινε από το 1994 όταν μία επενδυτική εταιρεία αγόρασε το 20% της V.Ships, το 40% ανήκε στο Ίδρυμα του Boris και το άλλο 40% στην οικογένειά του. Ο Boris πέθανε το 1999.

*Oι ασπρόμαυρες φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του ιστορικού της ναυτιλίας Γιώργου Φουστάνου-Greek Shipping Miracle ο οποίος τις παραχώρησε ευγενικά στο newmoney.gr στο πλαίσιο του αφιερώματος

https://www.newmoney.gr