Υπάλληλοι της ΕΥΠ, αστυνομικοί του Αλλοδαπών, στελέχη του Λιμενικού και δουλέμποροι-πληροφοριοδότες αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα μιας από τις πιο σκοτεινές και περίπλοκες υποθέσεις διαφθοράς που απασχόλησε τα τελευταία χρόνια τις διωκτικές αρχές και τη Δικαιοσύνη.

Aρχισε να εκτυλίσσεται τον Οκτώβριο του 2010, όταν ένοπλοι αλλοδαποί, συνεργάτες των μυστικών υπηρεσιών, άρπαξαν μέσα από τα χέρια αστυνομικών ένα φορτηγό-ψυγείο με 65 παράνομους μετανάστες, οι οποίοι είχαν νωρίτερα αποβιβαστεί στην παραλία του χωριού Αλμυρή, στην Κόρινθο. Η αυλαία της υπόθεσης έπεσε τη Δευτέρα, με την πρωτόδικη καταδίκη των συνολικά επτά κατηγορουμένων από το Τριμελές Εφετείο της Αθήνας. Κρίθηκαν ένοχοι για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, διακίνηση μεταναστών και δωροληψία. Η «Κ» παρουσιάζει το χρονικό των γεγονότων, μέσα από απόρρητες αναφορές, επίσημα δικαστικά έγγραφα και τις μαρτυρίες ορισμένων από εκείνους που βρέθηκαν κοντά στα γεγονότα και κατέθεσαν στη δίκη. 

Η «πειρατεία» του φορτηγού-ψυγείου έγινε το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου 2010 στον Ασπρόπυργο και κομβικό ρόλο στην υπόθεση είχε διαδραματίσει ένας υπάλληλος της ΕΥΠ με κωδική ονομασία «Νικήτας». Πρόκειται για εν ενέργεια στέλεχος της υπηρεσίας και «χειριστή» –εκείνη την εποχή– των δύο ένοπλων Ιρακινών που είχαν αρπάξει το φορτηγό με τους μετανάστες, αφού πρώτα αφόπλισαν τους αστυνομικούς του Αλλοδαπών. Οι τελευταίοι –σύμφωνα με την επίσημη– είχαν εντοπίσει τους μετανάστες αμέσως μετά την αποβίβασή τους στην ακτή και συνόδευαν το όχημα στις εγκαταστάσεις της ΕΛ.ΑΣ., στην Πέτρου Ράλλη.

«Μη πειστικές» εξηγήσεις

Σε όλη τη διάρκεια του περιστατικού, ο «Νικήτας» διαπιστώθηκε ότι αντάλλασσε τηλεφωνήματα με τους αλλοδαπούς δράστες και το αμέσως επόμενο πρωί βρέθηκε υπόλογος στην ηγεσία της ΕΥΠ για τους χειρισμούς του στην υπόθεση. «Δέχθηκε παρατήρηση και από εμένα και από τον υποδιοικητή σχετικά με την παράλειψή του να μας ενημερώσει άμεσα, στη διάρκεια της νύχτας, ως ώφειλε», είχε καταθέσει, εξεταζόμενη, η προϊσταμένη της Γ΄ Διεύθυνσης Αντικατασκοπείας της ΕΥΠ. Η ίδια είχε χαρακτηρίσει τις εξηγήσεις που δόθηκαν για τα γεγονότα «μη πειστικές». Οι δύο αλλοδαποί, και με τη μεσολάβηση του «Νικήτα», δέχθηκαν να παραδοθούν λίγες ώρες μετά το περιστατικό και το δικαστήριο, που έκρινε την υπόθεσή τους, τους επέβαλε ποινή φυλάκισης 60 ετών στον καθένα. Μόλις έξι μήνες αργότερα ωστόσο, αποφυλακίστηκαν, ενώ ο υπάλληλος της ΕΥΠ δεν κλήθηκε να καταθέσει ως κατηγορούμενος αλλά με την ιδιότητα του μάρτυρα. Μάλιστα, ουδέποτε παρουσιάστηκε στο δικαστήριο καθώς η υπηρεσία δεν του έδωσε τη σχετική άδεια.

Τον Ιανουάριο του 2013 και ενώ το συμβάν του Ασπροπύργου αποτελούσε πλέον παρελθόν, συνελήφθη στην Πρέβεζα ένας Πακιστανός υπήκοος, με την κατηγορία ότι είχε πάρει μέρος σε επιχείρηση μεταφοράς μεταναστών από τις ακτές της Πάργας, στην Ιταλία. Ο συλληφθείς, ανακρινόμενος από μια υποπλοίαρχο του Λιμεναρχείου Πρέβεζας, φέρεται να είχε προφορικά αναφερθεί στον «κομβικό» ρόλο που είχε διαδραματίσει ο «Μακρυμάλλης της ΕΥΠ», περισσότερο γνωστός στα στέκια των αλλοδαπών με την κωδική του ονομασία: «Νικήτας». Οταν όμως του ζητήθηκε να καταθέσει επισήμως όσα είχε προφορικά πει για τον υπάλληλο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, εκείνος αρνήθηκε. Η υποπλοίαρχος πάντως ενημέρωσε τον επικεφαλής του γραφείου Πληροφοριών του Λιμενικού και εκείνος με τη σειρά του τον προϊστάμενο της Γ΄ Διεύθυνσης της ΕΥΠ και τον επικεφαλής της Διεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. 

Ακολούθησαν επιχειρησιακές συναντήσεις στο κτίριο της λεωφόρου Κατεχάκη, στις οποίες αντηλλάγησαν πληροφορίες για τη δράση του κυκλώματος, στο οποίο φέρονταν να συμμετέχουν δύο υπήκοοι Ιράκ, ένας αστυνομικός ονόματι Παναγιώτης, ένας Ελληνας μηχανικός σκαφών και ο «Νικήτας» της ΕΥΠ. Σε μία από τις καταθέσεις του, ο τότε επικεφαλής της Διεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος είχε επισημάνει ότι «από πληροφορίες που κατείχε η ΕΥΠ και το Λιμενικό, ο “Νικήτας” είχε μεσολαβήσει ώστε να αφεθούν ελεύθεροι οι αλλοδαποί που, το 2010, με την απειλή όπλων, είχαν αρπάξει στον Ασπρόπυργο το φορτηγό με τους μετανάστες, που είχαν νωρίτερα εντοπίσει αστυνομικοί».

Αρσεις απορρήτου

Με τη συνδρομή της ΕΥΠ η αστυνομία προχώρησε την άνοιξη του 2013 σε διαδοχικές άρσεις απορρήτου στα κινητά τηλέφωνα των υπόπτων και επί σειράν μηνών κατέγραφε τις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες. Στο τέλος του ίδιου χρόνου συνέταξε και υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών ένα απόρρητο ενημερωτικό δελτίο. Τι αναφερόταν σε αυτό; Για τον «Νικήτα» οι ερευνητές της ΕΛ.ΑΣ. επεσήμαιναν ότι «από το συλλεχθέν προανακριτικό υλικό των επισυνδέσεων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν τη διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων».

Αντίθετα, καταγράφηκαν ύποπτες συνομιλίες του Παναγιώτη, ενός αξιωματικού που υπηρετούσε στο Τμήμα Απελάσεων της ΕΛ.ΑΣ., με έναν Ιρακινό ονόματι Μπασάμ, σκιώδη ιδιοκτήτη ψητοπωλείου στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο λειτουργούσε ως χώρος μυστικής συγκέντρωσης διακινουμένων. Ο Ιρακινός διαπιστώθηκε ότι μεσολαβούσε, αντί αμοιβής 1.500 ευρώ, προκειμένου να αφήνονται ελεύθεροι μετανάστες που κρατούνταν για διοικητική απέλαση στη Διεύθυνση Αλλοδαπών, στην Πέτρου Ράλλη. Για τον σκοπό αυτό είχε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με τον αστυνομικό του Τμήματος Απελάσεων της ΕΛ.ΑΣ. και σε αρκετές περιπτώσεις τα αιτήματά του ικανοποιούνταν.

Οι ύποπτες αποφυλακίσεις

Ο Παναγιώτης του Αλλοδαπών κατηγορήθηκε ότι κατόπιν υπόδειξης του Μπασάμ γνωμοδότησε υπέρ της αποφυλάκισης μεταναστών που κρατούνταν στην Πέτρου Ράλλη. Στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών παρατίθενται οκτώ «ύποπτες» υποθέσεις. Σε μία από αυτές, τον Μάιο του 2013, ο Ιρακινός δέχθηκε SMS με τα στοιχεία ομοεθνούς του που κρατείτο στην Αμυγδαλέζα περιμένοντας να απελαθεί. Μόλις ο αστυνομικός ενημερώθηκε για την υπόθεση, έστειλε στον Μπασάμ το εξής μήνυμα: «Αμα συνεργαστεί, βγάζουμε ό,τι θέλουμε». Κάποιες ημέρες αργότερα, ο κρατούμενος αφέθηκε πράγματι ελεύθερος. Αν και η έρευνα του οργανωμένου εγκλήματος ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2013, οι «εσωτερικές υποθέσεις» ενεργοποιήθηκαν την άνοιξη του 2015, ενώ οι επτά κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε δίκη τον Οκτώβριο του 2017.

Ο Παναγιώτης, πάντως, είχε υποστηρίξει ότι στις περισσότερες από τις υποθέσεις για τις οποίες ελέγχεται η απέλαση των αλλοδαπών ήταν ούτως ή άλλως ανέφικτη. Αφορούσαν υπηκόους Ιράκ και έναν ανήλικο, οι οποίοι δικαιούνταν άσυλο. Απέδωσε τις επαφές με τον Μπασάμ στην προσπάθειά του να αντλεί από αυτόν πληροφορίες (όπως άλλωστε και ο «Νικήτας»). Τέλος, είχε αρνηθεί κατηγορηματικά ότι εισέπραξε χρήματα από τον Μπασάμ, κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε και κατά την πολυετή έρευνα.

Τη Δευτέρα, το δικαστήριο τους έκρινε όλους ενόχους, επιβάλλοντάς τους ποινές κάθειρξης από 6 έως 9 χρόνια, με ανασταλτικό χαρακτήρα. 

kathimerini.gr