Αναδημοσίευση από το «Έθνος της Κυριακής»

Ρεπορτάζ: Αλέξανδρος Καλαφάτης, Φωτογραφίες: Τατιάνα Μπόλαρη

Βράδυ Πέμπτης στον 2ο όροφο του κτιρίου της οδού Βερανζέρου που στεγάζει το Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας. Τέσσερις Πακιστανοί κάθονται αμίλητοι σε ένα ξύλινο παγκάκι και περιμένουν την εξακρίβωση των στοιχείων τους. Δέκα λεπτά νωρίτερα άνδρες της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. τους συνέλαβαν για αγοραπωλησία ναρκωτικών στην οδό Αθηνάς. Πάνω τους βρέθηκαν τέσσερα σακουλάκια με ουσίες και ένα μαχαίρι.

Τα γεμάτα σπιρτάδα βλέμματά τους δείχνουν ότι οι ίδιοι δεν είναι χρήστες και σίγουρα δεν είναι φοβισμένοι. Οι περισσότεροι άλλωστε που περνάνε κάθε βράδυ το κατώφλι του Α.Τ. Ομονοίας δεν το κάνουν για πρώτη φορά. Οι άνδρες της ΔΙ.ΑΣ. συμπληρώνουν τα απαραίτητα έγγραφα και φεύγουν βιαστικά.

Εξωτερικά του Τμήματος βρίσκεται ο σκοπός που μόλις μία ημέρα πριν την είδε έναν αλλοδαπό μαχαιρωμένο στο λαιμό να σωριάζεται μπροστά του. Λίγη ώρα μετά άφησε την τελευταία του πνοή στο ασθενοφόρο. Το «Έθνος της Κυριακής» βρέθηκε σε μία νυχτερινή βάρδια, ξεκινάει 22.00 και τελειώνει στις 6.00 το πρωί, και μίλησε με τους «μπαρουτοκαπνισμένους» αστυνομικούς του Α.Τ. Ομονοίας. Πρόκειται για ίσως το πιο πολυσυζητημένο Τμήμα της Αθήνας. Για άλλους είναι «στοχοποιημένο» και για άλλους έχει τη «βιτρίνα» του πιο «σκληρού» Α.Τ.
Οι αστυνομικοί που συναντήσαμε μας εξήγησαν ότι δεν θεωρούν πως πήραν «δυσμενή μετάθεση» αλλά ότι έχουν την ευκαιρία να υπηρετήσουν σε ένα από τα καλύτερα «σχολεία» της ζωής. Στον 5ο όροφο του κτιρίου μας περίμενε ο διοικητής Αντώνης Ντουντουνάκης. Ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου του μας υποδέχθηκε με το δισταγμό του αξιωματικού που δεν έχει συνηθίσει να μιλά σε δημοσιογράφους. «Ήρθα εδώ το 2017 με σκοπό να δουλέψω σκληρά για να μπορεί ο κόσμος να κυκλοφορεί στην Ομόνοια. Το ήξερα ότι οι συνθήκες είναι δύσκολες. Κατά μέσο όρο η νυχτερινή βάρδια του Τμήματος δέχεται 50 προσαγωγές. Το νούμερο ένα θέμα για εμάς είναι τα ναρκωτικά και οι χώροι συγκέντρωσης τοξικομανών. Μετά έρχονται οι συμπλοκές μεταξύ αντίπαλων ομάδων και η πορνεία», λέει.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο διοικητής έχει πιάσει τη συζήτηση με τοξικομανείς, του οποίους πάντα αποκαλεί «παιδιά», τα οποία είναι άρρωστα και χρειάζονται τη βοήθεια όλων μας. Άλλωστε, όπως λέει, συνήθως οι πιο επιθετικοί απέναντι στους αστυνομικούς δεν είναι οι χρήστες ναρκωτικών αλλά οι «κοστουμάτοι», οι οποίοι αντιδρούν περισσότερο στους ελέγχους προκρίνοντας το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;».

«Δε μπορώ να μη στενοχωριέμαι όταν βλέπω νέα παιδιά, ακόμα και 16χρονα, να μπλέκουν με τις ουσίες ή να εκπορνεύονται. Η πιο συγκινητική στιγμή στην καριέρα μου ήταν όταν Ιρανός τοξικομανής, τον οποίο είχαμε συλλάβει για ναρκωτικά, άρχισε την απεξάρτηση από τα κρατητήρια. Μου έκανε εντύπωση ότι δεν μου ζήτησε ποτέ να πάει σε νοσοκομείο. Έκατσε και το πάλεψε μόνος του. Δεν ξέρεται πόσο χάρηκα όταν μετά από καιρό τον είδα να εργάζεται ‘καθαρός’ και με εμφανώς περισσότερα κιλά σε λαϊκή αγορά. Μου φώναξε από μακριά ‘διοικητά’ και χαιρετηθήκαμε», εξηγεί ο διοικητής.

Στην ερώτηση εάν θα άφηνε το παιδί του να περπατήσει στους δρόμους της Ομόνοιας απαντά: «Ναι θα το άφηνα. Απλά θα το συμβούλευα να κυκλοφορεί όσο θέλει στους κεντρικούς δρόμους αλλά όχι στα στενά, στα οποία δεν υπάρχει επαρκής φωτισμός. Ο φωτισμός είναι πολύ σημαντικός και η έλλειψή του είναι ένα από τα προβλήματα στην ευρύτερη περιοχή. Γενικότερα, φροντίζω να καταγράφω τα θέματα που απασχολούν τους κατοίκους και τους επιχειρηματίες της Ομόνοιας. Η πόρτα του γραφείου μου είναι ανοιχτή για όλους». Για τις καταγγελίες που έχουν γίνει κατά καιρούς κακή μεταχείριση κρατουμένων, αναφέρει ότι «εδώ δεν υπάρχουν μπαμπούλες. Υπάρχουν αστυνομικοί που υπηρετούν τον πολίτη».

Η δουλειά του κ. Ντουντουνάκη ξεκινά καθημερινά από τα χαράματα και τελειώνει αργά το βράδυ: «Με έχει χάσει το σπίτι μου αλλά θέλω να πιστεύω ότι έχω προσφέρει κάτι στην κοινωνία».

«Καμία βάρδια δεν είναι ίδια»

Ο αξιωματικός υπηρεσίας στη βάρδια της περασμένης Πέμπτης ήταν ο υπαστυνόμος Μ.Γ., ο οποίος ξέρει με το μικρό τους όνομα αρκετούς από τους καλούς «πελάτες» του Τμήματος.

Από το πρώτο λεπτό της βάρδιάς του βρίσκεται σε εγρήγορση για να πάνε όλα καλά. «Παρακαλώ μην αφήνετε εκεί τη τσάντα σας», είπε βλέποντας με την άκρη του ματιού του τη φωτογράφο του «Έθνους» να αφήνει το σακίδιό της σε καρέκλα της εισόδου του γραφείου του, φοβούμενος το ενδεχόμενο να την πάρει κάποιος από τους προσαχθέντες.

«Εδώ η κάθε βάρδια είναι διαφορετική. Τα περιστατικά είναι πάρα πολλά και δεν ξέρεις ποτέ όταν ξεκινά η υπηρεσία σου τι θα αντιμετωπίσεις. Το ρεκόρ μου είναι να είμαι αξιωματικός υπηρεσίας και να έχουμε 80 προσαγωγές. Μεγαλύτερη ικανοποίηση νιώθω όταν επιλαμβάνομαι περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας. Νιώθω χαρά όταν ξέρω, για παράδειγμα, ότι μία γυναίκα θα κοιμηθεί ήσυχη γιατί συλλάβαμε τον πατέρα ή τον άντρα που την κακοποιούσε», τονίζει. Αρκετοί από τους προσαχθέντες του είναι γνωστοί: «Κάποιοι έχουν έρθει τόσες πολλές φορές, για παράδειγμα για ναρκωτικά, που τους λέω ‘πάλι εσύ εδώ;’. Έχει τύχει να μου κάνουν και αστεία. Κρατάμε την απόσταση που χρειάζεται με τον συλληφθέντα αλλά ταυτόχρονα είμαστε άνθρωποι. Το χειρότερο που παρατηρούμε μέσα από συζητήσεις που κάνουμε με άτομα που έρχονται εδώ, είναι ότι στρατολογούνται ανήλικοι αλλοδαποί από οργανωμένα κυκλώματα. Μιλάμε για 15χρονους και 16χρονους. Αρχικά τους βάζουν να κάνουν ‘μικροδουλειές’, όπως για παράδειγμα μεταφορές μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών και σταδιακά προσπαθούν να τους μετατρέψουν σε επαγγελματίες κακοποιούς. Εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι πολλά παιδιά δεν έχουν σπίτι και δεν έχουν οικογένεια».

Η πιο δύσκολη στιγμή του ήταν όταν μετέβη σε συμβάν πτώσης άνδρα στην αποβάθρα του σταθμού του Μετρό στην Ομόνοια. Έκανε ότι μπορούσε για να σώσει τον τραυματία, ο οποίος δυστυχώς κατέληξε.

Ερωτηθείς εάν θα πήγανε να υπηρετήσει σε γραφείο, αντιτείνει: «Όχι δεν θα πήγαινα. Εδώ νιώθω γεμάτος. Επίσης, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε μας έχουν κάνει οικογένεια. Δεν νομίζω ότι θα έβρισκα μεγαλύτερο σχολείο για τη δουλειά μου από εδώ. Φεύγω όταν ξημερώνει και νιώθω καλά με τον εαυτό μου». Στο Τμήμα υπηρετούν και πέντε γυναίκες. Η παρουσία τους, εκτός των άλλων, είναι απαραίτητη, καθώς η σωματική έρευνα σε γυναίκες που έχουν προσαχθεί ή συλληφθεί πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά από γυναίκες.

Οι πιο «φορτωμένες» ημέρες για το Τμήμα είναι η 1η και 15η ημέρα κάθε μήνα. Και αυτό γιατί εκεί δίνουν το «παρών» περισσότερα από 600 άτομα, τα οποία βρίσκονται έξω με περιοριστικούς όρους και πρέπει να δηλώνουν παρουσία κάθε 15 ημέρες στην Αστυνομία.